Ἐνθρόνιση Μητροπολίτου Δαμασκηνοῦ   Leave a comment

Με την αρμόζουσα μεγαλοπρέπεια πραγματοποιήθηκε σήμερα το μεσημέρι η τελετή ενθρόνισης του Μητροπολίτου μας

Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου

κυρίου Δαμασκηνού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο νέος ποιμενάρχης μας έφτασε στην έδρα του, το Διδυμότειχο, λίγο πριν τις 12 το μεσημέρι. Εκατοντάδες πιστοί τον υποδέχθηκαν στην κεντρική πλατεία της πόλης όπου στρατιωτικό άγημα είχε παραταχθεί για να αποδώσει τιμές. Οι δήμαρχοι Διδυμοτείχου, Ορεστιάδας, αλλά και των όμορων δήμων, δεκάδες ιεράρχες και ιερείς της Μητροπόλεως, και εκατοντάδες πιστοί και πνευματικά παιδιά του νέου Μητροπολίτου ακολούθησαν την πομπή μέχρι το προσκύνημα της Παναγίας της Ελευθερώτριας, όπου τελέσθηκε η ενθρόνιση.

 

 

 

Ο Μητροπολίτης μας ήταν πλαισιωμένος από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο και τον Μητροπολίτη Πριγκηπονήσων Ιάκωβο, εκπρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ακολουθούσε ο τοποτηρητής της Μητροπόλεως, Κομοτηνής Δαμασκηνός, και οι μητροπολίτες Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος, Ξάνθης Παντελεήμων, Πειραιώς Σεραφείμ, Ζακύνθου Χρυσόστομος, Σύρου Δωρόθεος, Νικαίας Αλέξιος, Προικονήσου Ιωσήφ, Ισπανίας Πολύκαρπος, Ιεραπύτνης Ευγένιος, Αρκαλοχωρίου Ανδρέας, Νεαπόλεως Βαρνάβας, Θηβών Γεώργιος, Μεσσηνίας Χρυσόστομος, Κορίθνου Διονύσιος, Κασανδρείας Νικόδημος, Ιερισσού Νικόδημος, Καμερούν Γρηγόριος ως εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, Βόστρων Τιμόθεος ως εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, Ελαίας Θεοδώρητος, 5 Ιεράρχες από την Βουλγαρία, 4 Ιεράρχες από τη Γεωργια και πολλοί ακόμα αρχιερείς.

 

 

   Ο Δήμαρχος Διδυμοτείχου κατά την υποδοχή προσφωνώντας τον Μητροπολίτη κ. Δαμασκηνό μεταξύ άλλων τόνισε: «Καλωσορίζουμε τον νέο θρησκευτικό μας ηγέτη, με αισθήματα χαράς και συγκίνησης, καλοδεχόμαστε τον 77ο κατά σειρά επίσκοπο την ημέρα της ενθρόνισης του. Τίποτα δεν πτόησε τους πιστούς να βρίσκονται σήμερα εδώ, για να προϋπαντήσουν τον πνευματικό μας ηγέτη επιθυμώντας να ζεστάνουν με την δική τους Θρακιώτική φιλοξενία και αγάπη. Να αναφωνήσουμε όλοι μαζί ΑΞΙΟΣ». «Σεβασμιώτατε,  σε μια εποχή μεγάλων αμφισβητήσεων και προσδοκιών, που διαψεύδονται, χρειαζόμαστε τον παρηγορητικό λόγο αγάπης και την ενεργή στήριξη της εκκλησίας μας, που μετριάζει τις αδυναμίες μας, και καθιστά την πορεία του ανθρώπου λιγότερο ανώδυνη. Σήμερα ο κόσμος έχει ανάγκη από άξιους ποιμενάρχες, που αναδεικνύουν και προβάλουν την ουσία και το νόημα του Χριστιανισμού».

 

 

 

Ο Μητροπολίτης μας στην αντιφώνηση του τόνισε: "Η θερμή υποδοχή που μου επιφυλάσσετε στην ιστορική πόλη Σας, την πόλη των Κάστρων και της ιστορίας με συγκινεί βαθύτατα και ως Ποιμενάρχη και ως συμπολίτη Σας απο σήμερα. Αγαπητοί μου Χριστιανοί, σήμερα ολοκληρώνεται το θέλημα του Θεού. Αυτό το τελευταίο διάστημα είδα πολύ έντονα το χέρι του Θεού να κατευθύνει τη ζωή μου. Και σήμερα με οδηγεί εδώ. Κοντά σας. Για να γίνω άγγελος Σας, για να ζήσω το υπόλοιπο της ζωής μου μαζί σας, να ζήσω της χαρες και τις δυσκολίες Σας, να αφουγκραστώ τον κτύπο της καρδιά Σας, τις αγωνίες και τον πόνο Σας, όχι σαν ξένος, αλλά σαν δικός σας άνθρωπος, σαν αδελφό σας, σαν πατέρας σας".

 

Αμέσως μετά τον ενθρονιστήριο λόγο του, ο μητροπολίτης Διδυμοτείχου τέλεσε τρισάγιο στον τάφο του μακαριστού Μητροπολίτου Διδυμοτείχου Νικηφόρου.

 

Ὁλόκληρος ὁ ἐνθρονιστήριος λόγος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας ἐδῶ: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=954

Posted Νοέμβριος 19, 2009 by staboz in Αταξινόμητα

Ο Διαυλείας Δαμασκηνός Μητροπολίτης Διδυμοτείχου   Leave a comment

 

 

Εξελέγη νέος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ορεστιάδας και Σουφλίου, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Διαυλείας κ. Δαμασκηνός Καρπαθάκης.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος κ. Δαμασκηνός, κατά κόσμον Μηνάς Καρπαθάκης του Αποστόλου, γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1959.

Μετά την αποφοίτησή του από την Πρότυπο Ευαγγελική Σχολή Νέας Σμύρνης, σπούδασε Νομικά και Θεολογία στις αντίστοιχες Σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επί διετία (1982-1985) άσκησε δικηγορία στην Αθήνα.

Εκάρη Μοναχός στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη την 1-02-1985, χειροτονήθηκε Διάκονος υπό του Μητροπολίτου Μεγάρων και Σαλαμίνος κ. Βαρθολομαίου την 23-03-1985 και Πρεσβύτερος υπό του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ την 14-09-1987.

Υπηρέτησε ως διάκονος, εφημέριος και πρόεδρος του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του  Ιερού Ναού Ζωοδόχου Πηγής, οδού Ακαδημίας στην Αθήνα. Διετέλεσε Γραμματεύς (1985-1990) και έπειτα Αρχιγραμματεύς της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (1990-1998).

Εξελέγη υπό της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Βοηθός Επίσκοπος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, με τον τίτλο της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Διαυλείας και χειροτονήθηκε στις 27-01-1995 υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Δράμας Διονυσίου.

Posted Οκτώβριος 13, 2009 by staboz in Αταξινόμητα

Κηδεία Μητροπολίτου Νικηφόρου   Leave a comment

Τρίτη, 6 Ὀκτωβρίου, μὲ συμμετοχὴ περίπου 15 Ἀρχιερέων, πολλῶν ἱερέων καὶ πλῆθους πιστοῦ λαοῦ ἔγινε στὸ Διδυμότειχο, στὸν περίλαμπρο ναὸ τῆς Παναγίας Ἐλευθερώτριας, ἡ νεκρώσιμη ἀκολουθία καὶ ἡ κηδεία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου κυροῦ Νικηφόρου. Ἡ Ἀκολουθία ἄρχισε στὶς 12 τὸ μεσημέρι καὶ τελείωσε περίπου στὴ μία καὶ μισή.

Προέστη ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου ὁ ἀντιπρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Μητροπολίτης Λήμνου κ. Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος καὶ μίλησε κατάλληλα μεταφέροντας τὶς εὐχὲς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.

Ἐκπρόσωπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἦταν ὁ τοποτηρητὴς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μητροπολίτης Μαρωνείας καὶ Κομοτινῆς κ. Δαμασκηνός, ποὺ καὶ αὐτὸς μίλησε καὶ μετέφερε τὶς εὐχὲς τοῦ Πατριάρχου. Ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου μίλησε ἐξαίροντας τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου ὁ Ἀρχιγραμματεὺς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου π. Κύριλλος Μισιακούλης. Μίλησαν ἐπίσης ὁ Ἔπαρχος Βορείου Ἕβρου, ὁ Δήμαρχος Διδυμοτείχου, ὁ Δήμαρχος Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ ὁ Γενικὸς Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας πρωτοπρεσβύτερος π. Κωνσταντῖνος Σουργουτσίδης, ὁ ὁποῖος καὶ περιέγραψε μὲ ἔμπνευση, θερμότητα καὶ δεξιοτεχνία τὴ μορφὴ τοῦ Μητροπολίτου Νικηφόρου, ἀφοῦ ἄλλωστε ἦταν καὶ ὁ πλησιέστερος συνεργάτης καὶ ἄμεσος βοηθὸς τοῦ Ἐπισκόπου μας.

Ἡ ταφὴ τοῦ Ἐπισκόπου Νικηφόρου ἔγινε στὸ προαύλιο τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας Ἐλευθερώτριας, μπροστὰ ἀκριβῶς ἀπὸ τὸν ἀνδριάντα τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ποὺ ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης εἶχε στήσει.

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου κυροῦ Νικηφόρου ἂς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη! Ἐμεῖς εἴθε νὰ ἔχουμε τὶς εὐχὲς τοῦ ἀοιδίμου Ἐπισκόπου μας καὶ ἂς εὐχηθοῦμε ὁ Κύριος νὰ ἀναδείξει νέο ἀληθινὸ Ποιμένα στὴν ἱστορικὴ αὐτὴ καὶ ἀκριτικὴ Μητρόπολη.

Posted Οκτώβριος 7, 2009 by staboz in Αταξινόμητα

Μνήμη Μητροπολίτου Νικηφόρου   1 comment

 

Ἐκοιμήθη σήμερα τὸ πρωί, 4 Ὀκτωβρίου 2009, πλήρης ἡμερῶν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου κυρὸς Νικηφόρος, σὲ ἡλικία 78 ἐτῶν. Ἡ σωρὸς τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου ἔχει ἐκτεθεῖ σὲ λαϊκὸ προσκύνημα.

Ἡ νεκρώσιμη Ἀκολουθία θὰ ψαλεῖ στὶς 12 τὸ μεσημέρι τῆς Τρίτης, ἐνῶ Τοποτηρητὴς ὁρίστηκε ὁ Μητροπολίτης Μαρωνείας καὶ Κομοτηνῆς κ. Δαμασκηνός.

Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου κυρὸς Νικηφόρος (κατὰ κόσμον Ἀθανάσιος) Ἀρχαγγελίδης γεννήθηκε στὶς Φέρρες τοῦ Ἕβρου τὸ 1931. Σπούδασε τὴ Θεολογία στὶς Θεολογικὲς Σχολὲς Χάλκης καὶ Θεσσαλονίκης. Διάκονος χειροτονήθηκε τὸ 1956 καὶ Πρεσβύτερος τὸ 1961.

Ὑπηρέτησε ὡς Ἐφημέριος καὶ Κωδικογράφος στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐπὶ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, ὡς Ἐφημέριος στὶς Ἱερὲς Μητροπόλεις Θεσσαλονίκης καὶ Βεροίας, καὶ ὡς καθηγητὴς στὴ Ζαρίφειο Παιδαγωγικὴ Ἀκαδημία Ἀλεξανδρουπόλεως.

Διετέλεσε Ἱεροκῆρυξ ἐπὶ 19 ἔτη καὶ Πρωτοσύγκελλος ἐπὶ 14 ἔτη τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἀλεξανδρουπόλεως.

Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου ἐξελέγη τὸ 1988. Ως Μητροπολίτης μέσα σὲ ἐλάχιστο χρονικὸ διάστημα ἀνήγειρε ἐκ βάθρων αὐτὸν ἐδῶ τὸν περικαλλέστατο προσκυνηματικὸ ναὸ ΠαναγίαςἘλευθερώτριας Διδυμοτείχου.

Ξεκίνησε ἐπίσης τὴν ἀνακαίνιση τῆς ἱστορικῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου Δαδιᾶς Σουφλίου, συντηρώντας τὶς  ὑπάρχουσες κτιριακὲς ἐγκαταστάσεις καὶ ἀνεγείροντας νέες.

Ἀνήγειρε ἀκόμη τὸ ἕτοιμο πλέον πρὸς λειτουργία Γηροκομεῖο-Πτωχοκομεῖο «Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης» στὸ Διδυμότειχο γιὰ τοὺς ἄπορους ἡλικιωμένους. Δημιούργησε στὸ Διδυμότειχο Πνευματικὸ Κέντρο γιὰ τοὺς νέους, Βιβλιοθήκη, ὅπου δώρισε τὰ προσωπικά του βιβλία, καθὼς καὶ Ἐκκλησιαστικὸ Μουσεῖο. Ἐπαναλειτούργησε δὲ καὶ τὶς Κατασκηνώσεις τῆς Μητροπόλεως στὴν Ἱερὰ Μονὴ Δαδιᾶς.

Το ἔτος 2001 ἵδρυσε στὴν Ὀρεστιάδα τὸν Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως «Ἀπόστολος Ἀνδρέας».

Μὲ ἐνέργειές του ἔγινε καὶ ἡ ἐπίσημη ἁγιοκατάταξη τοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως Κυρίλλου τοῦ Στ΄, ποὺ ἦταν ἐπίμονο αἴτημα τοῦ λαοῦ τῆς Μητροπόλεως, καὶ καθιέρωσε στὴν Ὀρεστιάδα τὴν ἑορτὴ τῆς Συνάξεως πάντων τῶν ἐν Ἀδριανουπόλει διαλαμψάντων ἁγίων τὴν τελευταία Κυριακὴ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου.

Posted Οκτώβριος 4, 2009 by staboz in Αταξινόμητα

Ἱστορικὸ ἀνοικοδόμησης Ἱεροῦ Ναοῦ   Leave a comment

ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΡΙΑ

 

(ΑΦΗΓΗΣΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ κ. ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ)

 

Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ

 

 

    Ἦταν τὰ χρόνια περίπου 1980-82 ποὺ εἶχα γνωρίσει ἕναν γέροντα στὴν Ἀθήνα, τὸν Στανίτσα, ἀείμνηστο τώρα, ποὺ ἦταν πρόεδρος τοῦ σωματείου Παναγία ἡ Ἐλευθερώτρια, ἐκεῖ ἐπάνω στὴν Κηφισιά,  στὸν Κοκκιναρά. Τότε ἤμουν ἀρχιμανδρίτης. Κάποια φορὰ ποὺ συζητούσαμε μοῦ λέει: –Μαθαίνω θὰ γίνετε δεσπότης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔχω μιὰ ἀπαίτηση ἀπὸ σᾶς. Θέλω, ὅπου θὰ πᾶτε, νὰ κτίσετε μιὰ ἐκκλησιὰ  Παναγία Ἐλευθερώτρια. Τὸ ζητῶ, διότι δὲν ἔχουμε πολλοὺς τέτοιους ναούς. Κι ἐγὼ τοῦ εἶπα: –Εὐχαρίστως, ἂν γίνω, θὰ σοῦ κάνω τὸ τάμα.
    Ὅταν λοιπὸν ἔγινε ἡ ἐκλογή μου, τὸ ἔμαθε ὁ Στανίτσας καὶ ἦρθε τὴν ἡμέρα τῆς χειροτονίας μου στὴ Μητρόπολη τῶν Ἀθηνῶν. Στὸ τέλος, ὅταν ἄρχισε ὁ λαὸς νὰ μοῦ εὔχεται καὶ περνοῦσαν ἀπὸ μπροστά μου, ἦρθε καὶ ὁ γέρο-Στανίτσας μὲ μιὰ εἰκόνα τῆς Ἐλευθερώτριας ποὺ ὁ ἴδιος τὴν ἔχει ἁγιογραφήσει καὶ φωνάζει: –Ἄξιος, ἄξιος! Καὶ μοῦ λέει: –Μὴν ξεχάσετε, τὶ μοῦ ὑποσχεθήκατε! Ἐνώπιον τοῦ λαοῦ αὐτὴ τὴ στιγμὴ ζητῶ τὴ δέσμευσή σας. Καὶ τοῦ εἶπα: –Σὺν Θεῷ, θὰ γίνει.

    Τελείωσαν ὅλα αὐτά, μετὰ ἀπὸ δυόμισι μῆνες ἔγινε ἡ ἐνθρόνισή μου. Ἦρθα ἐδῶ, εἶχα καλέσει καὶ τὸν γέρο-Στανίτσα, ἦρθε ὅλος ὁ σύλλογος τῆς Παναγίας Ἐλευθερώτριας.Ἦταν βέβαια κι αὐτὸς καὶ τὸ εἶπε καὶ πάλι τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρόνισής μου: –Μὴν ξεχάσετε τὸν ναὸ τῆς Ἐλευθερώτριας!
    Ἕνα ἄλλο γεγονὸς ποὺ ἔπαιξε σημαντικὸ ρόλο ἦταν μιὰ συζήτηση ποὺ κάναμε, λίγο πρὶν χειροτονηθῶ,  μὲ τὸν Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Ἄνθιμο, ὁ ὁποῖος τότε ἦταν  Ἀλεξανδρουπόλεως ἀκόμη, καὶ μοῦ λέει: –Θέλει ἕναν ναὸ καλὸ πραγματικὰ τὸ Διδυμότειχο. Ἕναν κεντρικὸ ναὸ γιὰ νὰ ἀλλάξει ὄψη· μὲ τουρκόπολη μοιάζει τώρα. Ἐγὼ τὸ πῆρα στὰ σοβαρὰ αὐτό.

 

ΜΙΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΦΟΡΜΗ

   

Λοιπόν, μόλις ἦρθα ἐδῶ, δὲν πέρασε ἕνας μήνας, κατέβηκα γιὰ κάποιοα θέματα στὴν Ἀλεξανδρούπολη. Καθὼς ὅμως ἐπέστρεφα ἀπὸ τὴν Ἀλεξανδρούπολη, συνέπεσε νὰ συμβοῦν πλημμύρες τότε ἐδῶ καὶ τὸ ποτάμι αὐτὸ δίπλα, ὁ Ἐρυθροπόταμος,  εἶχε πλημμυρίσει, γι᾿ αὐτὸ καὶ δύο αὐτοκίνητα τῆς τροχαίας ἦταν σταθμευμένα στὴ γέφυρα αὐτὴ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πόλη μέσα. Ἐκείνη τὴ φορὰ ἦταν καὶ τέσσερα ἄλλα αὐτοκίνητα σταθμευμένα καὶ κάποιοι τουρίστες συζητοῦσαν μὲ τοὺς ἀστυνομικοὺς κρατῶντας Διαβατήρια στὰ χέρια τους. Ἐγώ, ὅταν εἶδα αὐτὸ τὸ μπλόκο, σταμάτησα νὰ δῶ τὶ συμβαίνει… ὁ ἀστυνόμος ἦταν πολὺ γνωστὸς βέβαια:  –Κυριάκο, τοῦ λέω, τί συμβαίνει ἐδῶ, τί συζητᾶτε μὲ αὐτοὺς καὶ εἶναι μὲ τὰ Διαβατήρια στὸ χέρι; –Δέστε τα χάλια μας, Σεβασμιώτατε, μοῦ λέει, νόμισαν πὼς εἶναι Ἀδριανούπολη ἐδῶ, διότι εἶδαν τὸ τζαμὶ τὸ τεράστιο τοῦ Διδυμοτείχου καὶ θεώρησαν ὅτι βρέθηκαν στὴν Τουρκία, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔβγαλαν τὰ Διαβατήριά τους οἱ ἄνθρωποι, ἐμᾶς ἐδῶ μᾶς πέρασαν γιὰ τελωνείο!  Αὐτὴ εἶναι ἡ ὄψη τῆς πόλεώς μας, δυστυχῶς! Τοῦ λέω: –Κυριάκο, τώρα σκέφτομαι ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνας λόγος παραπάνω, ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε ἕναν ναό, νὰ ἀλλάξουμε τὴν ὄψη τῆς πόλεώς μας. –Μακάρι, μοῦ λέει, ξεκινεῖστε!

 

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

    Καὶ πράγματι ξεκίνησα! Περίπου 10 Μαρτίου ἦταν, ἂν θυμᾶμαι καλά, τοῦ ἔτους 1989. Σκέφτηκα τότε νὰ κάνω μιὰ ἐπιστολὴ καὶ νὰ τὴ στείλω σὲ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου, καὶ στὴν Ἑλλάδα καὶ παντοῦ. Ἔβαλα καὶ φωτογραφία τοῦ τζαμιοῦ μέσα, καὶ τὸ ἔφερα σὰν πρόκληση, νὰ μπορέσω νὰ συγκινήσω τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μᾶς συνδράμουν οἰκονομικῶς.
    Πῆρα αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ καὶ πῆγα καὶ βρῆκα τὸν τότε ὑπουργὸ Μακεδονίας καὶ Θράκης, τὸν κ. Τζιτσικώστα Γεώργιο, ἀείμνηστο τώρα, τὸν ὁποῖο γνώριζα ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια καὶ τοῦ εἶπα τὸ ὄνειρό μου καὶ τὴ σκέψη μου: –Θέλω νὰ μὲ βοηθήσετε, κατέληξα. –Εὐχαρίστως, μοῦ λέει, θὰ σᾶς βοηθήσω κι ἐγώ, ἀλλὰ καί, γιὰ νὰ μὴν πληρώσετε μηχανικοὺς γιὰ τὶς μελέτες, θὰ παρακαλέσουμε τὸν καθηγητὴ τοῦ Ἀριστοτελείου κ. Νικόλαο Μουτσόπουλο, ποὺ εἶναι καὶ εὐσεβής, νὰ μᾶς κάνει τὰ σχέδια δωρεάν. Καὶ ἔτσι καὶ ἔγινε.

 

ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ

 

    Τὸ πρῶτο μεγάλο πρόβλημα ὑπῆρξε βέβαια αὐτὸ τοῦ οἰκοπέδου. Τὸ Διδυμότειχο εἶναι παλαιὰ πόλη καὶ στὸ κέντρο της εἶναι ὅλα κτισμένα. καὶ βέβαια θεωροῦσα ἀδιανόητο νὰ πᾶμε νὰ κτίσουμε τὸν ναὸ μακριὰ στὰ χωράφια.
    Σκέφθηκα νὰ κάνω μιὰ ἕρευνα προσωπικά. Γι᾿ αὐτὸ μιὰ μέρα πῆρα τὸν μακαρίτη τὸν πατέρα Ἀνδρέα γιὰ νὰ πᾶμε ἕναν περίπατο στὴν πόλη. Γνωρίζω τὴν πόλη καλά, ἤθελα ὅμως νὰ δῶ ἂν ἔμεινε κανένα οἰκόπεδο ἐκεῖ στὸ κέντρο. Ὅταν φτάσαμε ἐκεῖ, στὰ Σχολεῖα, κατὰ κακὴ σύμπτωση ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες εἶχε γίνει μιὰ ἔκρηξη, εἶχαν βάλει μιὰ βόμβα στὰ σχολειά μας καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα ἦταν λιγάκι ἀναστατωμένη. Παρὰ ταῦτα ἐγὼ ἐκεῖ το χάζευα ἐκείνο το οἰκοπεδάκι, δίπλα στὸ σχολειό. Λέω, μικρὸ εἶναι τὸ οἰκόπεδο, ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλο καὶ ὅλα ἔχουν χτιστεῖ καὶ ὅλα εἶναι γεμάτα, τί νὰ κάνουμε; Τὸ οἰκόπεδο αὐτὸ ἀνῆκε στὸ Δῆμο. Τὴν ὥρα ποὺ τὸ παρατηροῦσα, βγαίνει ὁ Δήμαρχος καὶ μὲ εἶδε. Ἦταν ἕνας ἐνθουσιώδης Δήμαρχος, μακαρίτης κι αὐτὸς τώρα. Ἦταν καὶ δικηγόρος, δικηγοροῦσε στὴ Θεσσαλονίκη. Βασιλόπουλος ὀνόματι. Μάλιστα τὴν ἡμέρα τῆς ἐνθρονήσεώς μου εἶχε πεῖ ἐγκώμια ἐδῶ καὶ ὅλοι συγκινήθηκαν. Μὲ εἶδε λοιπόν καὶ φωνάζει: –Σεβασμιώτατε, τί κάνετε; Ἐλᾶτε νὰ πιοῦμε καφέ. Πήγαμε μέσα νὰ πιοῦμε καφὲ στὸ γραφεῖο του καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ λέω: –Μοῦ εἶπες προχθὲς πολλὰ ἐγκώμια. Λοιπὸν ἤθελα νὰ μοῦ δώσεις ἕνα οἰκόπεδο, νὰ κάνω ἕναν κεντρικὸ ναὸ, νὰ ἀλλάξει ὄψη αὐτὴ ἡ πόλη, νὰ πάψει νὰ φαίνεται τουρκόπολη μ᾿ αὐτὸ τὸ τεράστιο τζαμὶ τοῦ Βαγιαζήτ! Ἔχεις κανένα οἰκόπεδο νὰ μοῦ δώσεις;  –Δὲν ὑπάρχουν ἐδῶ στὸ κέντρο, μοῦ λέει. –Τὸ οἰκόπεδο αὐτὸ πίσω ἀπὸ τὰ Σχολεῖα ποὺ εἶναι ἄδειο, τίνος εἶναι;  –Δικό μας, κοινόχρηστο εἶναι, τοῦ Δήμου. –Μοῦ τὸ δίνεις, τοῦ λέω, νὰ κάνουμε ἕνα ναό;  –Ἔγινε!
Πάντα ἐνθουσιώδης! Ἐγὼ τὸν χαιρέτησα, ἔφυγα γεμάτος χαρὰ καὶ περίμενα τὴ μελέτη τοῦ κ. Μουτσόπουλου, γιὰ νὰ πάρω καὶ τὴν ἔγκριση τοῦ οἰκοπέδου, νὰ ξεκινήσουμε.
    Περιμένω λοιπὸν νὰ πάρω τὸ ἔγγραφο τοῦ Δήμου. Καὶ πραγματικὰ ἔρχεται τὸ ἔγγραφο ὅτι παραχωρεῖται τὸ οἰκόπεδο γιὰ τὴν ἀνέγερση ναοῦ. Χαρούμενος καὶ ἐνθουσιασμένος ἔκανα ἕνα ἔγγραφο καὶ τοὺς εὐχαριστῶ αὐτούς, τὸν Δήμαρχο καὶ τὸ Δημοτικὸ Συμβούλιο. Ὅμως, ἀντὶ νὰ χαροῦν ποὺ τοὺς εὐχαρίστησα, μερικοὶ ἔγιναν θηρία καὶ ἄρχισαν νὰ τὰ βάζουν μὲ τὸν Δήμαρχο. (Γιατὶ τὸ παραχώρησες; Καὶ γιατὶ τὸ ἔδωσες; Καὶ δὲν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ναούς. Καὶ μὲς στὰ σχολειὰ δὲν χρειάζεται ἐκκλησία καὶ ἄλλα τέτοια). Μά, εἶπε ὁ Δήμαρχος, τώρα τὸ ἔδωσα, δὲν μπορῶ νὰ τὸ πάρω πίσω. Αὐτοὶ ὅμως ἀνυποχώρητοι.
    Καὶ τὰ κατάφεραν καὶ ἀλλάζουν τὸ μυαλὸ τοῦ Δημάρχου καὶ κάνουν ἄλλο ἔγγραφο ὅτι αἴρεται αὐτὴ ἡ παραχώρηση! Δυστυχῶς. Ξεσηκώνουν μάλιστα μερικοὺς καθηγητὲς ἄθεους καὶ ἄπιστους καὶ ἄρχισαν νὰ μὲ πολεμοῦν… (Δὲν θὰ τοῦ ἐπιτρέψουμε νὰ κάνει ἐκκλησία, μὲ ποιό δικαίωμα ἔρχεται αὐτὸς νὰ κάνει ὅ,τι θέλει)· ἄλλοι πάλι μὲ ἔλεγαν φασίστα κ.τ.λ. καὶ τὸ πῆραν κομματικά. Παρασύρθηκαν καὶ ἄλλοι τάχα πιστοὶ καὶ ἄρχισαν νὰ μὲ ἐπισκέπτονται καὶ νὰ μοῦ λένε δὲν θὰ ἐπιτρέψουμε νὰ κάνετε ἐκκλησία, ἔπηξε ὁ τόπος ἀπὸ τσιμέντο καὶ μπετὸν ἀρμὲ καὶ δὲν θέλουμε ἄλλα τσιμέντα στὰ σχολειὰ μέσα, θὰ χτυπάει ἡ καμπάνα καὶ θὰ τρομάζουν τὰ παιδιά… καὶ ἄλλα ἀνόητα. Ἐγὼ στενοχωρήθηκα, δὲν περίμενα τέτοια ἀπάντηση, ἀλλὰ λέω δὲν θὰ ὑποχωρήσω, θὰ προσπαθήσω μέχρι τέλους.
    Στενοχωρήθηκα καὶ μὲ τὸν Δήμαρχο καὶ στέλνω ἕνα ἔγγραφο πολὺ τσουχτερό, ποὺ τοὺς ἔβαζε στὴ θέση τους καὶ ἔστειλα καὶ τὸ δημοσίευσα στὶς τοπικὲς ἐφημερίδες. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν ὅτι ἔγιναν ρεζίλι μὲ ὅλα αὐτά, καὶ ἄρχισαν νὰ μαλώνουν, ἄλλοι ὑπέρ, ἄλλοι κατά.
    Ἔρχεται κάποια στιγμὴ τὸ σχέδιο τοῦ ναοῦ, τὸ παίρνω καὶ πηγαίνω κάτω στὴ Ναοδομία –εἶχα διοριστεῖ ἤδη συνοδικός. Ὅταν μὲ δέχθηκαν μιὰ Τετάρτη στὸ συμβούλιο, μοῦ λένε: – Σεβασμιώτατε, γιὰ ἐλᾶτε ἐδῶ. Ποιός σᾶς ἔκανε αὐτὴ τὴ μελέτη; –Ὁ κ. Μουτσόπουλος, καθηγητὴς τοῦ Πολυτεχνείου στὴ Θεσσαλονίκη. Μοῦ λένε: –Συγνώμη, ἀλλὰ ἐσεῖς ἔχετε ἕνα οἰκόπεδο τόσο ἐπὶ τόσο· ὁ ναός σας ὅμως στὰ σχέδια εἶναι διπλάσιος στὸ μέγεθος, μεγαλύτερος ἀπὸ τὴν ἁγια-Σοφιά. Ποῡ θὰ τὸν βάλετε τὸν ναό, δὲν χωράει. Καὶ ἔπειτα, τί εἶναι τὸ Διδυμότειχο ποὺ θὰ ἔχει τέτοιο ναό; Δὲν σκέπτεστε πῶς θὰ τὸν τελειώσετε; Αὐτὸς θέλει δισεκατομμύρια γιὰ νὰ γίνει!
    Ἐγὼ πραγματικὰ στενοχωρήθηκα. Ἄλλο ἐμπόδιο ἀπὸ δῶ. Παίρνω τὸν φάκελο λοιπὸν καὶ φεύγω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἐπιστρέφω καὶ πάω στὴ Θεσσαλονίκη, στὸν κ. Μουτσόπουλο καὶ τοῦ λέω: –Κύριε καθηγητά, γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, σᾶς εἶπα νὰ κάνουμε ἕναν μεγάλο ναό, ἀλλὰ ὄχι μεγαθήριο. Τὸ Διδυμότειχο εἶναι μιὰ μικρὴ πόλη ὀκτώ-δέκα χιλιάδων κατοίκων καὶ ἀρκετοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς Μουσουλμάνοι. Ποιοὺς θὰ βάλουμε μέσα; Ἤθελα ἕνα ναὸ νὰ χωράει στὸ οἰκόπεδό μας. Λέει: –Τὸ ξέχασα καὶ ὅταν μὲ ζόρισε ὁ ὑπουργός, εἴχαμε τὴ μελέτη αὐτή (τὴν εἶχαν βάλει σὰν ἐργασία, σὰν ἐξετάσεις στοὺς φοιτητές) καὶ ἔχουμε ἕνα ἀρχεῖο καὶ τὶς φυλάγουμε ἐδῶ πέρα στὰ χαρτιά μας. Καὶ εἶπα στεῖλτε το ἐκεῖ στὸ Δεσπότη νὰ κάνει τὴ δουλειά του. –Κι ὅμως, τοῦ λέω, δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε, διότι  αὐτὸ εἶναι μεγαθήριο, τὸ οἰκόπεδό μου εἶναι τὸ ἕνα τρίτο. Ἕνα ναὸ μέχρι 1200 τ.μ., ὄχι 2500 τ.μ.! Μοῦ λέει: –Συγνώμη, ἀλλὰ θὰ κάνω κανα-δυὸ μῆνες. –Δὲ μὲ πειράζει, τοῦ λέω, ἀρκεῖ νὰ γίνει.
    Κάθησε, τὸ ἔκανε ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἕνα θαυμάσιο σχέδιο, καὶ πῆρα τὸν φάκελλο ἐγὼ καὶ ξαναπῆγα στὴ Σύνοδο. Ἔπρεπε νὰ πάει στὴ Σύνοδο, στὴ Ναοδομία, νὰ ἐγκριθεῖ, νὰ πάει κατόπιν στὴν πολεοδομία γιὰ νὰ πάρουμε ἄδεια. Ἐγκρίνεται λοιπόν τὸ σχέδιο, τὸ παίρνω, ἔρχομαι ἐδῶ.
    Ἐκείνη τὴν περίοδο ἐκλέγεται νέος Δήμαρχος. Ἐγὼ ἔψαχνα νὰ βρῶ τίποτε γκρεμόσπιτα ἐκεῖ πάνω, νὰ μπορέσω νὰ τὰ ἀγοράσω –εἶχα μαζέψει στὸ μεταξὺ περίπου πενῆντα ἑκατομμύρια δραχμές– νὰ τὰ γκρεμίσω καὶ νὰ κάνω τὸ ναὸ ἐκεῖ, νὰ εἶναι μέσα στὴν πόλη τέλος πάντων. Ἕνα βράδυ μὲ καλοῦν νὰ πάω σὲ ἕναν ἀραββώνα στὴν Ὀρεστιάδα. Τὰ διηγοῦμαι λεπτομερῶς, γιὰ νὰ φανεῖ πὼς ἦταν ὄντως ἐνέργεια Θεοῦ. Ἦταν ἕνας βουλευτὴς πατριώτης μου ἐκεῖ, γαμπρὸς μου ἀπὸ μία ἐξαδέρφη ἀπὸ τὴν Ἀλεξανδρούπολη, ἀρραβώνιαζε τὸ γιό του. Ἐκεῖ ἦταν καὶ ὁ Στρατηγὸς τότε, ποὺ ἔζησε αὐτὰ τὰ γεγονότα –πολὺ φίλος, ὥρα του καλή, εἶναι στὴ Ἀθήνα, ἕνας λεβέντης, Σπανὸς Γεώργιος. Μοῦ λέει: –Γνωρίζεις τὸν κύριο Δήμαρχο; Τοῦ ἀπαντῶ: –Δυστυχῶς, δὲν θέλω οὔτε νὰ τοὺς βλέπω, αὐτοὶ δὲν εἶναι Δήμαρχοι ἐδῶ. –Γιὰ νὰ δῶ, μοῦ λέει. Ἔλα ἐδῶ, κύριε Δήμαρχε, (ὁ νέος Δήμαρχος, εἶχε μιὰ βδομάδα ποὺ εἶχε ἐκλεγεῖ). Θὰ δώσεις τὸ οἰκόπεδο στὸν Σεβασμιώτατο, ἀλλιῶς θὰ πάρω τὰ τὰνκς καὶ θὰ σᾶς κάνω κομμάτια ὅλους. Δὲν ντρέπεστε, μωρὲ λίγο;». Λέει ὁ Δήμαρχος: –Τὸ ξέρω τὸ θέμα (τὸ ἤξερε πραγματικά, διότι ἦταν Γραμματέας τοῦ Δήμου), ἐγὼ ὅμως θὰ τὸ δώσω τὸ οἰκόπεδο, κι ὅποιος θέλει ἂς φέρει ἀντίρρηση. Ἔγινε, Στρατηγέ μου, τοῦ λέει.
    Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ ξανασυνέρχεται τὸ Συμβούλιο, μερικοὶ ἔλεγαν ὄχι ἀλλὰ οἱ περισσότεροι εἶπαν ναί, ἄλλαξαν καὶ μοῦ στέλνουν νέο ἔγγραφο ὅτι παραχωρεῖται ξανὰ τὸ οἰκόπεδο. Περιμένω λίγο, δὲν ξεκίνησα ἀμέσως νὰ βάλω θεμέλιο λίθο. Ἦρθε ἡ ἑορτὴ τῆς Παναγίας τὸν 15αύγουστο, ποὺ ἦταν καὶ ἑορτὴ τῶν ἐνόπλων Δυνάμεων. Ἐκεῖ στὸ ναὸ ἦρθαν οἱ στρατηγοὶ ὅλοι μαζὶ καὶ κόσμος πολύς. Λέω, τώρα θὰ τοὺς ξεσηκώσω, νὰ τοὺς πάω νὰ βάλουμε τὸν θεμέλιο λίθο, ὅσοι ἔρθουν, γιὰ νὰ μὴν πάω μόνος μου ἐκεῖ πέρα. Καὶ τὸ ἀνακοινώνω: –Πᾶμε νὰ θεμελιώσουμε τὴν Ἐλευθερώτρια!
    Ξεκινᾶμε μετὰ μουσικῆς καὶ μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων ἀπ᾿ τὴν παλιὰ Παναγία πάνω στὸ κάστρο καὶ φτάνουμε στὸ χῶρο αὐτό. Εἶχα στὸ μεταξὺ σκάψει ἕνα κομμάτι. Εἶχα καλέσει καὶ τὸν κ. Στανίτσα καὶ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀθήνα μαζὶ μὲ τὸν στρατηγὸ ποὺ ἦταν μέλος τοῦ Συλλόγου. Κάναμε τὸν ἁγιασμὸ καὶ θεμελιώσαμε τὸν ναό!

 

 

ΠΟΛΕΜΟΣ!

    Ποιὰ ὅμως ἦταν ἡ συνέχεια; Ἀρχίζει ἐντατικὸς πόλεμος, χειρότερος ἀπὸ τὸν πρῶτο. Νὰ κουβαλᾶνε μαθητὲς Γυμνασίου ξεγελώντας τὰ παιδιά. Τοὺς ἔλεγαν: –Πᾶμε στὸ γήπεδο γιὰ γυμναστικὴ καὶ γιὰ νὰ περάσουμε τὴν ὥρα μας. Καὶ ἀντὶ γι᾿ αὐτὸ τὰ ἔβαζαν κάτω στὰ θεμέλια ποὺ ἔσκαβαν τὰ μηχανήματα καὶ ἔκαναν καταλήψεις τῶν μηχανημάτων. Δύο καθηγητὲς ἦταν καὶ δυὸ τρεῖς καθηγήτριες ποὺ ἀναστάτωναν τὰ παιδιά. Τὸ μαθαίνω ἐγώ, κατέφθασα. Ἄρχισαν να φωνάζουν καὶ νὰ λένε, μίλησε ὁ λαός, μίλησε ὁ λαός! Τὰ παιδιὰ ὅμως πάγωσαν, δὲν μιλοῦσαν καθόλου. Ἄλλα μᾶς εἶπαν πρὶν καὶ ἄλλα μᾶς λένε τώρα, ἔλεγαν. Μόνο δυὸ-τρία φανατισμένα ἀπ᾿ τοὺς γονεῖς τους πῆγαν νὰ κάνουν τὸν ἔξυπνο ἐκεῖ.
    Πεῖσμα αὐτοὶ, πίστη ἐγὼ, ξεκινήσαμε καὶ προχωρήσαμε. Σκάψαμε, ἔγιναν τὰ θεμέλια, ἄρχισε ἡ ἀνοικοδόμηση τοῦ ὑπογείου ναοῦ. Τὸ ἔργο προχωροῦσε καὶ βρέθηκαν καὶ τὰ χρήματα. Τὰ ἔστελνε ὁ Θεὸς μὲ τὴ χούφτα. Ἐδῶ στὴ Μητρόπολή μου τὰ χρήματα αὐτὰ ποὺ συγκεντρώθηκαν ἦταν βέβαια λίγα. Δικαιολογῶ ἀναμφιβόλως τοὺς κατοίκους μας, διότι, λόγῳ τῶν περιστάσεων, ἑκατὸν πενῆντα χρόνια δὲν στάθηκε δυνατὸν νὰ κάνουν ἕνα ναὸ ἐδῶ,  οἱ ναοὶ ἦταν ἐγκαταλελειμένοι, ὑπῆρχαν ἄλλα προβλήματα τότε. Ἐκεῖνο ποὺ τρομοκρατήθηκα δὲν ἦταν τόσο νὰ βρῶ τὰ χρήματα –ποταμὸ μᾶς τὰ ἔστελνε ὁ Θεός– ἦταν αὐτὸς ὁ πόλεμος.

 

Ο ΥΠΟΓΕΙΟΣ ΝΑΟΣ

 

    Σὲ τρεῖς μῆνες τελείωσε ὁ ὑπόγειος ναὸς καὶ μπήκαμε μέσα καὶ ἀρχίσαμε νὰ λειτουργοῦμε. Δεκαεπτὰ Ἰουλίου εἴχαμε ξεκινήσει καὶ μέσα σὲ τέσσερις περίπου μῆνες ὁ ναὸς ἦταν ἕτοιμος κάτω, ὅλα τακτοποιημένα, δόξα τῷ Θεῷ, καὶ μπήκαμε στὸ ὑπόγειο καὶ βάλαμε καὶ καμπαναριὸ μὲ δυὸ ράγες ἀπὸ τὶς γραμμὲς τοῦ σιδηροδρόμου καὶ κάναμε τὰ θυρανοίξια καὶ τὴν πρώτη Λειτουργία. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη καὶ οἱ τρεῖς ναοὶ δὲν ἔκαναν προσκομιδὴ οἱ ἱερεῖς, ἔφτασαν στὸ σημεῖο τῆς δοξολογίας, ἔκαναν ἀπόλυση καὶ φύγαμε ὅλοι μαζὶ ἐν πομπῇ, οἱ δύο ἄλλοι ναοὶ καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀθανάσιο μὲ τοὺς ἐπισήμους, καὶ κατεβήκαμε καὶ πήγαμε καὶ συνεχίσαμε στὸν ὑπόγειο ναό. Μπήκαμε μέσα, κάναμε τὰ τυπικά, ἄρατε πύλας κ.τ.λ., θυρανοίξια δηλαδὴ καὶ συνεχίσαμε τὴ θεία Λειτουργία. Γέμισε τὸν ναὸ ὁ κόσμος, ἦρθαν ὅλοι, ἀπὸ ἐνδιαφέρον νὰ δοῦν τί ἔγινε. Κάναμε καὶ μιὰ μικρὴ τελετὴ καὶ προσφέραμε κάτι μικρὰ παράσημα σὲ ὅσους βοήθησαν, σὲ στρατηγούς, στὸν Περιφεριάρχη, τὸν Νομάρχη καὶ σὲ μερικοὺς ποὺ ἔδειξαν περισσότερη δραστηριότητα. Καὶ στὸ τέλος ἔγινε καὶ μιὰ μικρὴ δεξίωση δίπλα στὸ ναό, καὶ ἔτσι ἀρχίσαμε νὰ λειτουργοῦμε.
    Καὶ ξεκινήσαμε ἀμέσως τὸν ἐπάνω ναό. Σὲ δεκαοκτὼ μῆνες ἦταν ἕτοιμος. Τὸν σκεπάσαμε, κάναμε καὶ τὰ βιτρώ,  βάλαμε καὶ τὰ μάρμαρα, παραγγείλαμε καὶ τὰ τέμπλα, ξυλόγλυπτα. Ὅλα αὐτά, ποὺ στοίχισαν ἑκατομμύρια, ἦταν ὅλα πληρωμένα σὲ δεκαοκτὼ μῆνες! Καὶ τὴν ἡμέρα εἰκοσιεννέα Μαΐου, ποὺ εἶναι γιὰ μᾶς μέρα πικρή, λόγῳ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐμεῖς κάναμε τὰ ἐγκαίνια πανηγυρικά. Σὲ δεκαοκτὼ μῆνες! Δὲν τὸ πιστεύω οὔτε ἐγώ! Δεκαοκτὼ μῆνες ἤμουν μέρα-νύχτα μὲ τοὺς μαστόρους, μὲ τριανταπέντε μαστόρους. Καὶ ταυτόχρονα ἀγώνας, πόλεμος, ἀδιαφορία καὶ τόσα προβλήματα… Καὶ δοξάζω τὸν Θεὸ ποὺ ἔγινε ὁ ναὸς τῆς Ἐλευθερώτριας.
    Καὶ ἔτσι ξεκινήσαμε καὶ τὸν κάναμε τὸν ναό μας. Βοήθησε καὶ ὁ καιρός. Ἐκεῖνο τὸν χρόνο δὲν εἴχαμε παγωνιὲς καὶ δουλέψαμε ὅλο τὸν χειμώνα μέσα στὸ ναό. Ἐγὼ παράλληλα, τὴν ὥρα ποὺ κτιζόταν ὁ σκελετός, παράγγειλα τὰ παράθυρα, τὶς πόρτες, στὴ Θεσσαλονίκη ὅλα. Καὶ ἀμέσως τὰ ξυλόγλυπτα, τὸ τέμπλο καὶ τὰ ὑπόλοιπα. Κι ὅταν ὁ ναὸς κτίσθηκε καὶ ἦταν ἕτοιμος γιὰ τὰ ἐγκαίνια –δὲν τὸ πίστευα κι ἐγώ– αὐτὰ ἦταν ὅλα ἕτοιμα! Παραλλήλως ἔγιναν ὅλα. Καὶ στὴν ὥρα τους τοποθετήθηκαν καὶ μπορέσαμε καὶ ἐγκαινιάσαμε τὸν ναὸ μέσα σὲ δεκαοκτὼ μόνο μῆνες. Ὅταν μπῆκε ὁ κόσμος μέσα καὶ τὰ εἶδε, ἔμεινε κατάπληκτος.

 

 

 

Η ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

 

     Ὁρισμένες φορὲς τὰ χρήματα ἔρχονταν εὔκολα: Ὅλες οἱ τράπεζες μᾶς ἔδωσαν ἀρκετά, μᾶς βοήθησε ἡ Ἱερά Σύνοδος, πήραμε μιὰ πρώτη φορὰ δώδεκα ἑκατομμύρια· ἦταν τότε Ἀρχιεπίσκοπος ὁ Σεραφεὶμ καὶ μᾶς τὰ ἔδωσε πρόθυμα. Μᾶς ἔδωσε ἐπίσης ὁ ΟΑΕΔ, μερικοὶ ὑπουργοὶ καὶ πολλοὶ ἰδιῶτες, ἀπὸ τὴ Γερμανία, ἀπὸ τὴν Αὐστραλία, ἀπὸ τὴν Ἀμερική, ἦταν συγκινητικὸ πραγματικά.
    Τοὺς εἴχαμε βέβαια παρακαλέσει θερμά. Τὴν 25η Μαρτίου, ἡμέρα τοῦ Εὐγγελισμοῦ, ἔγραψα μιὰ πολὺ θερμὴ ἐπιστολὴ καὶ μαζὶ μὲ τὴ φωτογραφία τοῦ τζαμιοῦ τὴν ἔστειλα σὲ πολλούς. Συγκινητικότατη! Ἔγραφα ὅτι ἔχουμε μιὰ πόλη ἱστορικότατη, μὲ τρεῖς μεταβυζαντινοὺς ναούς, οἱ ὁποῖοι ὅμως εἶναι σὲ τέτοια σημεῖα ποὺ δύσκολα φαίνονται καὶ ἐξίσου δύσκολα μποροῦν νὰ φτάνουν ἐκεῖ γιὰ νὰ ἐκκλησιάζονται οἱ πιστοὶ χριστιανοί. Ἡ δὲ ὅψη τῆς πόλεως δείχνει τουρκικὴ δυστυχῶς, μὲ ἕνα τεράστιο τζαμὶ νὰ δεσπόζει· μνημεῖο μὲν τοῦ σουλτάνου Βαγιαζήτ, ἀταίριαστο ὅμως μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Διδυμοτείχου καὶ παραπλανητικὸ γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες, πού, καθὼς βρισκόμαστε δίπλα στὰ σύνορα, νομίζουν ὅτι πέρασαν μέσα στὴν Τουρκία. Εἶναι συνεπῶς ἀπόλυτη ἀνάγκη νὰ κτισθεῖ ἕνας μεγαλοπρεπὴς ναός, ὥστε νὰ ἀλλάξει ἡ ὄψη τῆς πόλεως· καὶ αὐτὸ ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ σᾶς. Ἂν συγκινηθεῖτε καὶ μᾶς βοηθήσετε, ἐγὼ θὰ πράξω ὅ,τι μπορῶ καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ κτίσουμε μαζὶ ἕναν ναό, ποὺ ὄντως νὰ ἀξίζει γι᾿ αὐτὴ τὴν ἱστορικὴ πόλη.
    Ἑξακόσιες φωτογραφίες τυπώσαμε καὶ ἔστελνα γράμματα καὶ στὴ Γερμανία καὶ στὴν Αὐστραλία, παντοῦ. Βλέποντας τὴ φωτογραφία καὶ διαβάζοντας τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ συγκινήθηκαν πολλοὶ καὶ βοήθησαν. Καὶ ἐπίσκοποι ἀρκετοὶ βοήθησαν. Συγκινήθηκε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς, ὁ Ἰάκωβος, καὶ μᾶς ἔστειλε 3000 δολάρια. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας, ὁ Στυλιανός, ἔστειλε ἀρκετά. Τὰ περισσότερα τὰ ἔστειλε ὁ Μητροπολίτης Ἡλείας Γερμανός, ἑνάμισυ ἑκατομμύριο δραχμές. Διάβασε τὴν ἐπιστολὴ στὸ ἐκκλησίασμα κι ἔβγαλε δίσκο. Δυὸ φορὲς μοῦ ἔστειλε ἀπὸ πεντακόσιες χιλιάδες καὶ ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας, ὁ ἀείμνηστος Χρυσόστομος Θέμελης. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι Ἀρχιερεῖς, ἄλλος ἑκατὸ χιλιάδες δραχμές, ἄλλος πενῆντα, ἄλλος διακόσιες, ἄλλος τριακόσιες. Ὅλοι κάτι ἔστειλαν. Ἀκόμη καὶ ὁ Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης μοῦ ἔστειλε τότε πενῆντα χιλιάδες δραχμές. Μοῦ ἔγραψε: –Συγχαρητήρια, Δεσπότη μου. Θὰ ἔπρεπε νὰ στείλω περισσότερα, ἀλλὰ εἶμαι φτωχὸς Ἱεράρχης, αὐτὰ μπορῶ. Ἐστω κι αὐτὰ ἦταν εὐλογία τοῦ γέροντα.

 

ΘΑΥΜΑΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

    Περάσαμε πολὺ δύσκολες στιγμές. Ὑπῆρξαν περιστάσεις στὶς ὁποῖες δὲν εἴχαμε καθόλου χρήματα καὶ ἔπρεπε νὰ κάνουμε πληρωμὲς ἐπειγόντως. Σ᾿ αὐτὲς τὶς πολὺ ὀδυνηρὲς ὧρες εἴδαμε ὁλοζώντανη τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἄμεση βοήθεια τῆς Παναγίας μας. Ζήσαμε θαύματα συγκλονιστικά! Θὰ διηγηθῶ ἕνα ἀπὸ αὐτά. Βρέθηκα κάποια φορὰ σὲ πολὺ δύσκολη θέση· δὲν εἶχα χρήματα καὶ ἦταν ἀνάγκη νὰ πληρώσω τοὺς ἐργάτες. Ἦταν ἡμέρα Τετάρτη καὶ κάναμε τότε, καὶ συνεχίζει νὰ γίνεται καὶ τώρα, Παράκληση στὴν Παναγία μας. Ἐρχόντουσαν μερικοὶ ἄνθρωποι ἐκεῖ καὶ στὸ τέλος γινόταν καὶ μιὰ ὁμιλία, μιλοῦσε μιὰ κυρία, κάτι σὰν κύκλος μελέτης Ἁγίας Γραφῆς.Συνεχίζεται αὐτό ἀκόμη. Ἀντίστοιχα γιὰ τοὺς ἄνδρες αὐτὴ ἡ συνάντηση γίνεται Πέμπτη ἀπόγευμα. Καθόμουν λοιπὸν στενοχωρημένος στὸν ὑπόγειο βέβαια ναό. Εἶχα καὶ 4-5 κυρίες νὰ τὸν σκουπίζουν, διότι δὲν μπορούσαμε νὰ πληρώνουμε προσωπικό, ἀκόμα εἴμαστε πάνω στὸ ξεκίνημά μας. Εἶχα κι ἕναν ἱερέα, ὁ ὁποῖος κι αὐτός, βλέποντάς με θλιμμένο, στενοχωρήθηκε. –Κάντε ὑπομονή, Σεβασμιώτατε, μοῦ λέει. Σταματεῖστε δυό-τρία χρόνια, νὰ μπορέσουμε νὰ μαζέψουμε χρήματα, καὶ ξεκινᾶμε πάλι. Τί θέλετε; Νὰ πάθετε; Νὰ ἀρρωστήσετε;
    Ἐγὼ ἤμουν σὲ ἀδιέξοδο. Ἔπρεπε τὴν ἄλλη μέρα νὰ πληρώσω δέκα ἑκατομμύρια! Καὶ δὲν εἶχα δραχμή! Τί νὰ κάνω; Λέω, ἐλᾶτε καὶ θὰ δεῖτε τί θὰ κάνουμε. Καὶ τὰ χρήματα θὰ ᾿ρθοῦν ὁπωσδήποτε! Ἔκανα τότε καὶ κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ φανεῖ καὶ ἀστεῖο. Παίρνω τὶς κυρίες καὶ πάω μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τῆς λέω: –Βόηθα νὰ κάνουμε τὸ σπιτάκι σου, διότι θὰ τὸ ἀλλάξω τὸ ὄνομα καὶ τότε νὰ μὴ σοῦ κακοφανεῖ! Θὰ βάλω κανέναν ἅγιο Ραφαὴλ καὶ νὰ δεῖς τί θὰ γίνει! Μέχρι τώρα μᾶς βοηθοῦσες, τώρα μᾶς ξέχασες; Καὶ σκύβω, κάνω τὸ σταυρό μου καὶ ἀσπάζομαι τὴν εἰκόνα της.
    Οἱ καημένες οἱ γυναῖκες ἔκαναν τὸ σταυρό τους. Κάτι ἔπαθε ὁ Δεσπότης μας, ἔλεγαν. Μὴ φοβᾶστε, τοὺς λέω, τίποτα δὲν ἔπαθα, ἀλλὰ ἔβαλα τὶς φωνὲς γιὰ νὰ ἀκούσει ἡ Παναγία, νὰ μᾶς στείλει χρήματα.
    Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ –αὐτὰ εἶναι τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ!– κι ἐνῶ καθόμουν ἐδῶ στὸ γραφεῖο, ἔρχεται ὁ ταχυδρόμος. –Καλημέρα Σεβασμιώτατε, μοῦ λέει. –Καλημέρα, τοῦ ἀπαντάω. –Φέρνω πράγματα σήμερα. –Τί φέρνεις; τοῦ λέω,  ὅλο γράμματα καὶ ἀνοησίες· μιὰ ἐπιταγὴ δὲν μοῦ φέρνεις, ποὺ ἔχω τόση ἀνάγκη· τί νὰ τὰ κάνω τὰ γράμματα ποὺ μοῦ κουβαλᾶς ἐδῶ; Ὅλοι γυρεύουν λεφτά. Ποῦ θὰ τὰ βρῶ; –Σήμερα φέρνω καὶ ἐπιταγή, μοῦ λέει! –Ἐπιταγή; Ἀπὸ ποιόν; –Δὲν ξέρω, ἐσεῖς ξέρετε, μοῦ ἀπαντάει.
    Ἀνοίγω, διαβάζω: Τριάμισι ἑκατομμύρια! Χριστὸς καὶ Παναγία! Ἀπὸ κάποια Ὄλγα Ψαρά, παλιὰ Διδυμοτειχιανή, ἡ ὁποία ἦταν στὸ ὑπουργεῖο ὑπάλληλος, πῆρε σύνταξη, πῆρε τὸ ἐφάπαξ, ἄκουσε καὶ γι᾿ αὐτὸν τὸν πόλεμο ποὺ εἶχα καὶ γιὰ τὶς δυσκολίες μας, καὶ ἔστειλε αὐτὴ τριάμισι ἑκατομμύρια! Ἐγὼ ἔλεγα, Ὄλγα Ψαρά… Ὄλγα Ψαρά… κάτι μοῦ θύμιζε, ἀλλὰ εἶχαν περάσει τὰ χρόνια, δὲν μποροῦσα νὰ θυμηθῶ ποιὰ εἶναι. Συγκινήθηκα πραγματικά… Θὰ βουλώσω τὰ στόματα μερικῶν, εἶπα. Τριάμισι ἑκατομμύρια δὲν εἶναι καὶ λίγα.
    Τὸν εὐχαρίστησα, ἔφυγε ὁ ταχυδρόμος, περίμενα νὰ γίνει ἀπόγευμα, νὰ πάω στὸ ναό νὰ δῶ τὶς κυρίες, νὰ φωνάξω, νὰ πῶ: –Βλέπετε πῶς γίνεται τὸ θαῦμα; Μόλις βάλαμε τὶς φωνές, ἄκουσε ἡ Παναγία.
    Ἐνῶ περίμενα στὸ Γραφεῖο, ἔρχεται μέσα ἄλλο πρόσωπο, ἕνα γεροντάκι, παρακάλεσε νὰ μὴν πῶ τὸ ὅνομά του, φοβόταν τὰ ἐγγόνια καὶ τοὺς γιούς –εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴ Γερμανία– νὰ μὴν ἀρχίσουν νὰ τοῦ ζητοῦν λεφτὰ ὅλοι. Αὐτὸς λοιπὸν μοῦ δίνει τέσσερα ἑκατομμύρια! Τὸν ἀγκάλιασα, τὸν φίλησα τὸν παππού, τὸν εὐχαρίστησα, ἔγραψα τὸ ὄνομά του ἐκεῖ καὶ ἔγιναν ἑπτάμισυ ἑκατομμύρια! Λέω, καλὰ πᾶμε… μὲ αὐτὰ θὰ βουλώσω τὰ στόματα αὐτῶν.
    Κατεβαίνω λοιπόν, τὸ ἀπόγευμα στὸν Ἑσπερινό, πηγαίνω, μαζεύω τὶς κυρίες, κρατάω τὸ σακούλι μὲ τὰ λεφτά. Λέω:  τί σᾶς ἔλεγα χθὲς ποὺ τά ᾿βαλα μὲ τὴν Παναγία καὶ τῆς εἶπα –Βόηθα, γιατί θ᾿ ἀλλάξω τὸ ὄνομα; Ἡ Παναγία… ἔστειλε τὰ λεφτά… Ὁρίστε! –Ἀπὸ ποιὰ Τράπεζα, μοῦ λένε, τὰ πῆρες δανεικά; –Ἔλα, ὀλιγόπιστη, δέν τὰ πῆρα, πήγαινε ρώτα στὶς τράπεζες! Καὶ τοὺς διηγοῦμαι τί ἔγινε. –Ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ Ψαρὰ Ὄλγα; Ἕνας κύριος τὴν ἤξερε. –Ἀπὸ δῶ εἶναι αὐτὴ ἡ κυρία ἀλλὰ μένει στὴν Ἀθήνα, λείπει χρόνια· μεγάλη οἰκογένεια ἦταν, μοῦ λέει.
    Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ βλέπω ἡ κυρία Ψαρὰ ἦρθε πάνω. Ἦρθε νὰ δεῖ τοὺς συγγενεῖς της καὶ με ἐπισκέπτεται. –Ἀχ Θανασάκη μου, Θανασάκη μου! Ἐσύ, μοῦ λέει , εἶσαι λευκὸς ἀλλὰ ἐγὼ τὰ καλύπτω καὶ δὲν φαίνονται τὰ χρόνια μας. Εἶμαι ἡ Ὄλγα, μοῦ λέει, μὲ θυμᾶσαι; Τότε τὴν θυμήθηκα. Μαθητὴς ἤμουν ὅταν τὴ γνώρισα. Ἐρχόμουν πάντοτε κι ἐγὼ τακτικὰ στὸ Διδυμότειχο, διότι εἶχα συγγενεῖς ἐδῶ. Ἦταν μαθήτρια Γυμνασίου κι αὐτή, ἀγαποῦσε τὴν ἐκκλησία καὶ εἴχαμε καὶ σχέσεις οἰκογενειακές, μιὰ μακρινὴ συγγένεια. Καὶ τῆς λέω: –Σχεδὸν συμπλήρωσα τὸ κενό… Καὶ βγάζει συμπλήρωμα ἄλλο 1,5 καὶ ἔγιναν 9 τὰ ἑκατομμύρια. Βρίσκω καὶ κάτι ἄλλα, τὰ κάνω 10, καὶ τὰ στέλνω· θαῦμα ἀπίστευτο!
    Ἀλλὰ δὲν σταματάει ἐδῶ. Σὲ ἄλλη δύσκολη περίσταση μὲ εἰδοποιοῦν ἀπὸ τὸ Δημόσιο Ταμεῖο νὰ πάω  στὴν Ἀλεξανδρούπολη. Μοῦ λένε: –Ἦρθαν 20 ἐκατομμύρια! Ἐλᾶτε νὰ τὰ πάρετε, ἐλᾶτε νὰ τὰ πάρετε ἐσεῖς ὁ ἴδιος, διότι ἔχουν διαδικασία μεγάλη. Ἂν ἔρθετε ἐσεῖς, θὰ σᾶς τὰ δώσουμε κατευθεῖαν. Ἐγὼ ἤξερα νὰ ὁδηγῶ, ἁρπάζω τὸ αὐτοκίνητο μόνος μου καὶ κατεβαίνω στὴν Ἀλεξανδρούπολη. Τὸ Δημόσιο Ταμεῖο ἦταν στὸν κεντρικὸ δρόμο. Ἀνεβαίνω πάνω, τὰ λέμε ἐκεῖ μὲ τὰ παιδιά, τὰ κερνάω κιόλας, μοῦ δίνουν τὰ 20 ἐκατομμύρια ποὺ εἶχαν ἔρθει ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ. Ὑπουργὸς Πολιτισμοῦ ἦταν τότε ἡ κυρία Μπενάκη, ἐξαίρετη γυναίκα. Δύο φορὲς μᾶς ἔστειλε ἀπὸ 20 ἑκατομμύρια.  Τὰ παίρνω καὶ ἔρχομαι ἐδῶ.
    Ὅταν ἔφθασα ἄκουσα τὸν ἀρχιμάστορα ποὺ ἔλεγε στοὺς μαστόρους: –Κατεβῆτε κάτω νὰ φύγουμε, αὐτὸς δὲν ἔχει χρήματα καθόλου, ποῦ θὰ τὰ βρεῖ νὰ μᾶς πληρώσει; Καὶ ἐγὼ ἀστειευόμενος μὲ τὸ σακούλι τοῦ δίνω κανά-δυὸ στὸ κεφάλι, μὲ τὰ ἑκατομμύρια ποὺ ἔφερα ἀπὸ τὴν τράπεζα. Τρομοκρατήθηκε ὁ ἔρμος ὁ ἀρχιμάστορας, δὲν ἤξερε ἀπὸ ποῦ νὰ φύγει. Καὶ πλήρωσα μόνος μου τοὺς μαστόρους. –Ἐσένα, τοῦ λέω, δραχμὴ δὲν θὰ σοῦ δώσω. Θὰ πάρεις τοῦ χρόνου λεφτὰ ἐσύ. Τὸν πείραζα βέβαια.
    Καὶ μετὰ εἶχα τὴν εὐλογία νὰ πάρω καὶ ἄλλα 20 ἑκατομμύρια ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ τὸν ἐργοστασιάρχη Παπατζηλάκη ποὺ ἔχει τὴ βιομηχανία γάλακτος. Μὲ κάλεσε νὰ τοῦ κάνω ἕναν ἁγιασμό. –Σᾶς ἀγαπῶ πάρα πολὺ, Σεβασμιώτατε, μοῦ λέει, διότι εἶστε δραστήριος. Αὐτὸ ποὺ κάνετε ἐσεῖς ἐγὼ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ τὸ κάνω. –Τί γίνεται ὅμως ἐδῶ, τώρα, τοῦ λέω, δὲν θὰ μᾶς ἐνισχύσετε καθόλου; –Ἐὰν μποῦμε στὸ Χρηματιστήριο, μοῦ λέει, ὅπως καὶ τὸ περιμένω, θὰ σᾶς δώσω ἕνα καλὸ ποσό κι ἐγώ.
    Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ πάω στὴν τράπεζα ἐδῶ, τὴν Αlpha Bank, εἶχα κάτι οἰκονομίες καὶ πῆγα νὰ τὶς πάρω. Ἐκεῖ λοιπὸν ἀκούω νὰ μοῦ λένε: –Ἆ! Ἦρθε μιὰ ἐπιταγὴ στὸ ὄνομά σας· μεγάλη! –Ἀπὸ ποιόν; –Μᾶς εἶπε νὰ μὴν σᾶς τὸ ποῦμε! –Ὅποιος κι ἂν εἶναι, πρὸς τιμήν του εἶναι, τοὺς λέω. Ἀλλὰ ἐγὼ πρέπει νὰ τὸ ξέρω, νὰ τοῦ στείλω εὐχαριστήριο, νὰ μὴν φανῶ ἀχάριστος. –Θὰ σᾶς τὸ ποῦμε, μοῦ λένε, ἀλλὰ μὴν τὸ φανερώσετε. –Ὁ Παπατζηλάκης εἶναι; –Ναί, αὐτὸς εἶναι!
    Τὰ παίρνω, ἐτοίμασα τότε καὶ μιὰ μικρὴ τελετή, μιὰ πλάκα μαρμάρινη, τὴ σκέπασα μὲ τὴν Ἑλληνικὴ σημαία καὶ τὴ Βυζαντινή, κάλεσα τὰ δύο ἀδέλφια ἐδῶ, ἔκανα μιὰ εἰδικὴ δέηση. Τὸ παράδειγμα πάντα συγκινεῖ καὶ ἐπιπλέον παρακινοῦνται  καὶ ἄλλοι.
    Ἔτσι, μὲ θαυμαστοὺς τρόπους, ἐρχόντουσαν  τὰ χρήματα καὶ ξεχρεώναμε τὰ χρέη μας. Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει μὲ ὅλα αὐτὰ ἔγινε κατορθωτὸ νὰ τελειώσει ὁ ναὸς καὶ νὰ φτάσει ἐκεῖ ποὺ ἔφτασε χωρὶς νὰ χρωστᾶμε οὔτε δραχμή.    

 

ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

 

     Τώρα μερικὰ ἄλλα ἔργα διακόσμησης τοῦ ναοῦ, ὅπως ἡ ἐπιχρύσωση τοῦ τέμπλου, κι αὐτὰ μὲ θαυμαστοὺς τρόπους πραγματοποιήθηκαν.
    Ἦταν θέλημα Θεοῦ νὰ κάνω ἕνα ταξίδι στὴ Ρουμανία. Εἶχα πάει προηγουμένως στὴν Πετρούπολη, εἶχα δεῖ τοὺς ναοὺς τοὺς μεγάλους ἐκεῖ πέρα, δὲν μποροῦσα νὰ κοιμηθῶ ἀπὸ τὴ χαρά μου. Καὶ ἔλεγα: Νὰ ἀξιωθῶ κι ἐγὼ νὰ κάνω κάτι τέτοιο! Ἀλλά, μοῦ λέει κάποιος:  –Αὐτὰ τὰ ἔκαναν αὐτοκράτορες, ποῦ θὰ βρεῖς τὰ λεφτά; Κι ἐγὼ ἔλεγα μέσα μου: –Ἔχει ὁ Θεός! Θὰ ξεκινήσω καὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς βοηθήσει!
    Πῆγα λοιπὸν στὴ Ρουμανία προσκεκλημένος ἀπὸ ἕναν δικό μας ἐκεῖ πέρα, συνεργάτη τοῦ Πατριάρχη Ρουμανίας, τοῦ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε Ἐπίσκοπος Μολδαβίας. Πῆγα στὸ Ἰάσιο. Τόλμη καὶ τρέλα, ὅλα μαζί! Ἐκεῖ γνωριστήκαμε καλὰ μὲ τὸν Πατριάρχη, τοῦ πῆγα καὶ ἕνα ἐγκόλπιο δῶρο καὶ κάτι μεταξωτὰ ἀπὸ τὸ Σουφλὶ καὶ συγκινήθηκε πολύ. Ἔτσι ἔδειξε μιὰ ἰδιαίτερη ἀγάπη. Τοῦ εἶπα τότε ὅτι ἔχω κάνει ἕνα μεγάλο ναὸ καὶ ὅτι σκέφτομαι νὰ κάνουμε ἐπίχρυσο τὸ τέμπλο. Ἀλλὰ ὑπολογίζω ὅτι θὰ στοιχίσει πάρα πολὺ καὶ δὲν ἔχω ὅλα αὐτὰ τὰ χρήματα μαζί. Μὲ ἀπασχολεῖ τὸ ποῦ θὰ βρῶ μαστόρους. Στὴ Ρωσία μοῦ εἶπαν νὰ πάω, νὰ πάω στὸ Ζαγκόρσκ, νὰ πάω στὸ Κίεβο, στὴ Λαύρα… –Ὄχι, μοῦ  λέει, δὲ θὰ πᾶς πουθενά, ἔχω ἐγὼ ἕνα συνεργεῖο, ὀχτὼ ἄτομα, ποὺ εἶναι καλύτεροι ἀπὸ τῆς Ρωσίας. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ δουλεύουν στὴν Κλούζ, μιὰ μεγάλη πόλη, ἐκεῖ στὰ σύνορα τὴς Οὐγγαρίας. Ὅταν τελειώσουν μὲ τὸ καλὸ τὸ ἔργο ποὺ κάνουν ἐκεῖ, ἐγὼ θὰ σοῦ τοὺς στείλω. Ἀλλὰ θὰ μείνουν ἀρκετὸ καιρό· ποῦ θὰ τοὺς φιλοξενήσεις; Διότι δὲν ἔχουν δυνατότητα νὰ μείνουν σὲ ξενοδοχεῖο. –Τὴ στέγη καὶ τὸ φαγητὸ θὰ τὰ ἀναλάβω ἐγώ, τοῦ λέω. Τρεῖς μῆνες δικαιοῦνται νὰ μείνουν ἐδῶ, μποροῦν νὰ τελειώσουν; –Σὰν δύσκολο, μοῦ λέει, ἀφοῦ εἶναι τόσο μεγάλο, τριαντατρία μέτρα πλάτος καὶ πεντέμισι ὕψος… Θὰ πρέπει νὰ τὸ κάνετε τμηματικά. Ἐγὼ θὰ σᾶς βοηθήσω μὲ τὸν ἐξῆς τρόπο: Θὰ πῶ στοὺς μαστόρους μιὰ τιμὴ λογικὴ νὰ κάνουν, θὰ τὴν κανονίσω ἐγὼ τὴν τιμή, διότι τοὺς ἔχω συνεργάτες· τὸν δὲ χρυσὸ θὰ τὸν πάρετε ἀπὸ τὴν Νυρεμβέργη τῆς Γερμανίας, λιγότερο κι ἀπὸ τὴ μισὴ τιμή. Ἐκεῖ εἶναι ἕνα ἐργοστάσιο· εἶναι μιὰ γυναίκα διευθύντρια ἐκεῖ. Ἐγὼ ἔκανα καθηγητὴς ἐκεῖ, τὴν ξέρω καλά· θὰ τῆς στείλω ἕνα γράμμα καὶ θὰ σᾶς κάνει καλὴ τιμή. Τοῦ λέω: –Θὰ πάω ὁ ἴδιος νὰ τὴ γνωρίσω.
    Πραγματικά, σηκώνομαι καὶ κάνω ἕνα ταξίδι στὴ Νυρεμβέργη. Ἐκεῖ ὁ ἱερέας εἶναι ἕνας συμφοιτητής μου ἀπὸ τὴ Χάλκη, πατὴρ Ἀλέξανδρος Τζατζάνης λέγεται. Μὲ φιλοξένησε ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖ. Μοῦ λέει: –Κι ἐγὼ τὴ γνωρίζω καλὰ τὴ διευθύντρια αὐτή, διότι κατὰ καιροὺς ψωνίζω. Πᾶμε νὰ τὴν συναντήσουμε. Τὴν συναντήσαμε πραγματικά. Ὁ π. Ἀλέξανδρος ἤξερε βέβαια πολὺ καλὰ τὰ Γερμανικά, μοῦ ἔκανε καὶ τὸ διερμηνέα. –Πῆρα καὶ ἐπιστολὴ γιὰ σᾶς, μοῦ λέει ἐκείνη, ἀπὸ τὴ Ρουμανία, ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Μολδαβίας, θὰ σᾶς κάνω μιὰ καλὴ τιμή. Καὶ πράγματι τὸν πῆρα τὸν χρυσὸ καὶ φύγαμε. Ἔκανε λάθος ὅμως καὶ μᾶς ἔδωσε 24 καρατίων, ποὺ εἶναι λίγο δύσκολο νὰ δουλευτεῖ πάνω στὸ ξύλο, πρέπει νὰ εἶναι 22 καρατίων, ποὺ εἶναι λίγο πιὸ σκληρό. Ἔτσι ἐπιστρέψαμε πίσω τὸ πρῶτο κουτὶ ποὺ μᾶς ἔστειλε ἐδῶ, καὶ μᾶς ἔστειλε ἄλλο κουτὶ ὕστερα καὶ τὸ κάναμε τμηματικά· ἀλλὰ σὲ τρεῖς μῆνες μᾶς ἔστειλε ὅλη τὴν ποσότητα τοῦ χρυσοῦ. Ἔστειλα καὶ ἐγὼ τὰ χρήματα ἀπὸ ἐδῶ· ἔκανε ἄλλο θαῦμα ἡ Παναγία. Καὶ ἔτσι ὁλοκληρώθηκε τὸ ἔργο σὲ ἕξι περίπου μῆνες καὶ τόσο διάστημα κράτησα καὶ τοὺς Ρουμάνους ἐδῶ. Ὅταν ἔληξε τὸ τρίμηνο, τοὺς περάσαμε στὴ Βουλγαρία –ὅτι πέρασαν τὰ σύνορα ἔξω– καὶ ξαναγύρισαν πίσω μὲ συνεργασία τῆς ἀστυνομίας καὶ τοῦ Τελωνείου βέβαια. Τοὺς φιλοξένησα στὸ Γηροκομεῖο, τὸ καινούργιο ποὺ ἔχω κάνει ἐδῶ κάτω κι ἀκόμα δὲν τὸ λειτουργοῦμε βέβαια, ἀλλὰ εἶχα κρεβάτια ἕτοιμα, ὡραῖα· τοὺς ἔστελνα καὶ σὲ ἕνα ἐστιατόριο καὶ ἔτρωγαν δυὸ φορὲς τὴ μέρα καὶ τὸ πλήρωνα ἐγώ, καὶ τὸ κάναμε τὸ ἔργο αὐτό.

 

ΤΑ ΨΗΦΙΔΩΤΑ

 


    Τὰ ψηφιδωτὰ στὸν τροῦλο ἔγιναν λίγο νωρίτερα. Εἶχα δεῖ κάτι ψηφιδωτὰ σὲ ἕνα μοναστῆρι, μοῦ ἄρεσαν πολύ, πῆγα βρῆκα αὐτὸν τὸν μάστορα καὶ κάναμε μιὰ συμφωνία. Μοῦ λέει: –Θὰ παραγείλουμε στὸ Μουράνο τὶς ψηφίδες, κάνουν τὴν καλύτερη δουλειὰ στὴν Ἰταλία. Κάνουν κι ἀλλοῦ, ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι τὰ καλύτερα ἀπὸ ὅλα. Ἂν μπορούσατε νὰ τὰ παραγγείλετε ἐσεῖς, νὰ μοῦ τὰ φέρετε ἔτοιμα, γιατὶ ἐγὼ θὰ πληρώσω πάρα πολλὰ τελωνειακά. Λέω: –Θὰ σκεφτῶ, κάτι θὰ φωτίσει ὁ Θεός. Μοῦ λέει: –Τὰ ψηφιδωτὰ αὐτὰ θὰ στοιχίσουν σαρανταδύο ἑκατομμύρια μαζὶ μὲ τὴ δουλειά. Τὶς ψηφίδες ἐμένα μοῦ τὶς δίνουν σ᾿ αὐτὴν τὴν τιμή, τώρα, ἂν μπορέσετε καὶ κάνετε ἐσεῖς ἄλλη τιμή…
    Πῆγα λοιπὸν ἐγώ, βρῆκα τὸν Μητροπολίτη Ἰταλίας, τὸν παρακάλεσα νὰ μοῦ ἀνοίξει κάποιο λογαριασμό, γιὰ νὰ στείλω τὰ χρήματα, διότι ἦταν δύσκολο. Πράγματι, ἄνοιξε λογαριασμὸ στὸ ὄνομά του ὁ Μητροπολίτης Ἰταλίας, ὁ Γεννάδιος, πήγαμε στὸ Μουράνο, βρήκαμε τὸν διευθυντὴ ἐκεῖ καὶ τὰ εἴπαμε. Τοῦ λέω: –Θὰ σᾶς τὰ δώσω ἀμέσως ὅλα τὰ χρήματα. (Δὲν ἦταν βέβαια 42 ἑκατομμύρια, ἦταν λίγο λιγότερα, διότι μοῦ ἔκαναν μιὰ καλὴ τιμή). –Τριακόσια κιλά, μοῦ λέει ὁ διευθυντής, θὰ σᾶς τὰ δώσω δῶρο ἐγώ, διότι πρώτη φορὰ παίρνω μαζεμένα ὅλα τὰ χρήματα.
    Κι ἔτσι τὰ παρήγγειλα κι αὐτά, τὰ συσκεύαζαν σὲ σάκους στρατιωτικοὺς τῶν εἰκοσιπέντε-τριάντα κιλῶν, κολλημένους μὲ βουλοκέρι καὶ τὰ ἔστειλαν στὸ τελωνεῖο τοῦ Πειραιᾶ. Τώρα μοῦ λέει, ἀπὸ ‘κει, ὁ Ἰταλός -ἂν τὰ καταφέρεις- καὶ βρεῖς κανένα μέσο μεγάλο μέσῳ τοῦ παγκόσμιου συμβούλιου ἐκκλησιῶν, τῆς μητροπόλεως, δὲν ξέρω τί, καὶ ἀπαλλαγεῖς ἀπὸ τοὺς φόρους, καμιὰ δωρεὰ μεγάλη. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ μακαριστοῦ  Σεραφείμ αὐτὰ ἦρθαν ὡς δωρεὰ τὴς Ἱερᾶς Συνόδου. Μᾶς ἐξυπηρέτησε καὶ τὸ Τελωνεῖο πολύ, διότι βρέθηκαν κάποιοι γνωστοὶ ἐκεῖ. Ἀκούω, ὅταν πῆγα, μιὰ φωνή: –Πάτερ Νικηφόρε, πάτερ Νικηφόρε! Καὶ μὲ ἀγκαλιάζει ἕνας λεβέντης. Πάγωσα. Λέει: –Δὲν μὲ θυμάσαι; –Ὄχι, τοῦ λέω, ποιός εἶσαι; –Ὁ Στράτος εἶμαι ποὺ νοίκιαζα στὸ σπίτι σου στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπ’ τὴ Σαμοθράκη. Σπούδαζε, ἐγὼ εἶχα ἕνα σπιτάκι ἐκεῖ στὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὸ ἕνα τὸ δωμάτιο τὸ νοίκιαζα σὲ δύο φοιτητὲς κι αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τὴ Σαμοθράκη, δικά μας παιδιὰ ἀπὸ κεῖ πάνω. Λέω: –Στράτο, εἶσαι διευθυντής τοῦ Τελωνείου; –Εἶναι καὶ ἡ Βέτα Σελίδου ἀπὸ τὶς Φέρρες ἐδῶ, μοῦ λέει –γειτόνισσά μου κι αὐτή. Φώναξε καὶ τὴ Βέττα, ἔρχεται καὶ ὁ ἄνδρας της κι αὐτὸς ὑπεύθυνος ἐκεῖ τοῦ Τελωνείου. Καὶ μὲ βοήθησαν πολύ, ὥστε καὶ νὰ ἐκτελωνιστοῦν ἀμέσως καὶ χωρὶς προβλήματα, ἀφοῦ ἄλλωστε εἶχα καὶ τὸ ἔγγραφο ἀπὸ τὴ Σύνοδο. Τὰ φορτώνω σὲ ἕνα αὐτοκίνητο καὶ τὰ πάω τέρμα Μακεδόνων. Ἐκεῖ, ἦταν τὸ ἐργαστήριο· καὶ σὲ τρεῖς μῆνες ἑτοίμασαν τὰ ψηφιδωτά. Ἦρθαν ἐδῶ καὶ ἔκαναν σκαλωσιές. Ἀλλὰ ἦταν πολλὴ φασαρία, ἔπαιρναν τὸν κασμὰ καὶ ξήλωναν ὅλο τὸ σοβὰ ποὺ εἶχαν κάνει πρὶν καὶ ἔκαναν νέο σοβὰ μὲ εἰδικὰ ὑλικὰ γιὰ νὰ κολλήσει. Κι αὐτὸ ἔκανε ζημιά, λερώθηκε τὸ τέμπλο, ὅλος σχεδὸν ὁ ναός, κάναμε τρεῖς μῆνες νὰ τὰ καθαρίσουμε… φέραμε εἰδικὸ μηχάνημα, εἶχαν μπεῖ μέσα στὰ σκαλιστὰ ἀσβέστες –παρόλο ποὺ τὰ εἴχαμε σκεπάσει. Πολλὴ δουλειά, πολλὴ κούραση, μεγάλη ταλαιπωρία. Δόξα τῷ Θεῷ ὅμως, τὰ βγάλαμε πέρα.
    Τὴν ἐπιχρύσωση δὲν τὴν εἴχαμε κάνει ἀκόμη. Τὴν κάναμε ἀργότερα. Εἶχα σκοπὸ νὰ κάνω ὅλο τὸ ναὸ ψηφιδωτά, μέχρι τώρα θὰ τὰ βολεύαμε οἰκονομικῶς. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶχε τελειώσει ὅλος ὁ ναὸς ψηφιδωτά, ὁ μισὸς ὅμως θὰ ἦταν τελειωμένος. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ξέφτισμα, τὴν ἀτσαλιὰ αὐτή, δὲν τὴν ἀνέχθηκα ἄλλο. Καὶ λέω, ἔγινε ὁ τροῦλος, φτάνει! Καὶ  κάναμε ἁγιογραφίες τὸ ὑπόλοιπο μέρος τοῦ ναοῦ. Καὶ ἐκεῖνα τὰ ξεχρεώσαμε. Δόξα τῷ Θεῷ!

 

ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

    Γιὰ τὰ μάρμαρα πῆγα στὴν Ἀθήνα, βρῆκα τὸν νῦν Μητροπολίτη Ζακύνθου, τότε ἦταν Ἐπίσκοπος Δωδώνης καὶ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Πεντέλης, ἐπειδή εἶχαν μάρμαρα στὸ Μοναστήρι, ἐπάνω στὴν Πεντέλη, πεντελικὸ μάρμαρο, καλῆς ποιότητος. Ρώτησα βέβαια, στὴν Καβάλα, ἐδῶ-ἐκεῖ, δέκα χιλιάδες τὸ κανονικό, δώδεκα χιλιάδες τὸ τετραγωνικό… Αὐτοὶ ἐκεῖ ἦταν πιὸ ἀκριβοί, δεκατέσσερις χιλιάδες. Πῆγα στὴν Παιανία, ποὺ εἶναι κάτι μαρμαράδικα, τηλεφώνησε ὁ Ζακύνθου. Θὰ κάνουμε, μοῦ λένε, μία τιμή, δώδεκα χιλιάδες τὸ τετραγωνικό. Τελευταία τιμή. Πῆγα νὰ δώσω προκαταβολή… ἀλλὰ σὰν νὰ μοῦ ἔλεγε κάποιος… μὴ βιάζεσαι, κάνε ὑπομονή, θὰ βρεῖς καλύτερη τιμή. Τὰ πῆρα τὰ λεφτά πίσω, λέω, θὰ γυρίσω αὔριο. Ἤμουν Συνοδικὸς τότε. Ἐπιστρέφοντας, μόλις βγήκαμε ἀπὸ τὴν Μεσογείων, προτοῦ φτάσω στὴν Ἀλεξάνδρας, ἀριστερά, βλέπω… Ὑπουργεῖο Βιομηχανίας. Ἆ, λέω στὸν ὁδηγό, σταμάτα. Ἐδῶ εἶναι ὁ κ. Πάχτας Ὑφυπουργός, μήπως καὶ μᾶς βοηθήσει. Ὁ προηγούμενος, ὁ κ. Γκελεστάθης, ποὺ ἦταν Ὑπουργός, μᾶς εἶχε δώσει τέσσερα ἑκατομμύρια. Ἀνεβαίνω πάνω, χαιρετηθήκαμε θερμά. Τοῦ λέω: –Δὲν θὰ μοῦ δώσετε καὶ ἐσεῖς κάποια βοήθεια; –Δὲν μπορῶ, Σεβασμιώτατε, μοῦ ἀπαντάει, τὸ Ὑπουργεῖο δὲν δικαιολογεῖ τέτοια ἔξοδα. Λέει: –Τί κάνετε τώρα; –Τὰ μάρμαρα τοῦ ναοῦ στρώνω. Εἶχε δεῖ τὸ ναὸ, εἶχε ἔρθει ἐδῶ, ἦταν πρὶν Νομάρχης Ἀλεξανδρουπόλεως καὶ ἤξερε ὅτι τὸν φτιάχνω. Μοῦ λέει λοιπόν:  –Ποῦ βρίσκονται οἱ ἐργασίες;  –Στὰ μάρμαρα. –Τόσο γρήγορα; Ἆ, νά ποῦ θὰ βοηθήσω! Ἔχουμε δικά μας μάρμαρα στὸν Ἅγιο Στέφανο, ἕνα συνεργεῖο, τὸ ὁποῖο εἶναι στὰ τελευταῖα του κι αὐτό, θὰ κλείσει. Θὰ πᾶτε αὔριο πρωὶ ἐκεῖ, θὰ βρεῖτε κάποιον κύριο Παναγίτσα. Καὶ τὴν τιμὴ θὰ τὴν κανονίσω ἐγώ. Ὅσο μπορῶ πιὸ φθηνὰ θὰ σᾶς τὰ δώσω, τελείως δωρεὰν δὲν μπορῶ.
    Πάω λοιπόν, τὴν ἄλλη μέρα νὰ βρῶ τὸν κύριο Παναγίτσα καὶ ἦταν ὄντως Παναγίτσας. Βλέπω ἕναν ἄνθρωπο διακόσια κιλά, πελωρίων διαστάσεων, τὸν εἶδα τὸν ἄνθρωπο, μιλήσαμε. Εὐγενέστατος. –Ἀπὸ πού εἶστε, Σεβασμιώτατε; –Εἶμαι ἀπὸ τὸν Ἔβρο, ἀπὸ τὶς Φέρρες. –Ἆ, ἤμουν τρία χρόνια διευθυντὴς στὸ ἐργοστάσιο κρεάτων. –Καὶ ποῦ μένατε ἐκεῖ; –Στὸ σπίτι τοῦ Νίκου τοῦ Λαζαρίδη ἔμενα. Τοῦ λέω: –Εἶναι συγγενής μου… πρῶτα μου ξαδέλφια. –Λοιπόν, βγήκαμε συγγενεῖς, μοῦ λέει, θὰ σᾶς δώσουμε τὰ μάρμαρα, ἀλλὰ τὴν τιμὴ εἶπε θὰ τὴν κανονίσει ὁ Ὑπουργός. Τὸν παίρνουμε τηλέφωνο. Λέει: –Πόσο μποροῦμε τελευταία τιμὴ νὰ κάνουμε; Τοῦ λέει: –Ἐμεῖς ἐδῶ θὰ κόψουμε, θὰ κόψουμε, θὰ κόψουμε, τὸ πολύ, ἡ τελευταία τιμὴ νὰ εἶναι ἕξι χιλιάδες τὸ τετραγωνικό. Λέει ὁ Ὑπουργός: –Κόβω δύο κι ἐγώ, τέσσερις χιλιάδες τὸ τετραγωνικό! Οὔ! Ἐγὼ πέταξα ἀπὸ τὴ χαρά μου! Χίλια τετρακόσια, χίλια πεντακόσια τετραγωνικὰ πήραμε, διότι στρώσαμε καὶ ἔξω καὶ στὸ γυναικωνίτη. Στὸ ἕνα τρίτο τῆς τιμῆς! Γλυτώσαμε τόσα ἑκατομμύρια δραχμὲς μὲ μιὰ ἐπίσκεψη!
    Κι ἔτσι ἀμέσως συμφωνήσαμε. Μοῦ λέει: –Πῶς θὰ τὰ πάρετε ὅμως… Θὰ πρέπει  νὰ βρεῖτε φορτηγά, νὰ τὰ στείλετε… Ἐδῶ εἶχα ἕναν ὁδηγὸ τότε, Χρῆστος λέγεται, ἕνα καλὸ παιδί, μένει στὴν Ὀρεστιάδα τώρα, ποὺ μὲ τὰ φορτηγά τους κουβαλοῦσαν λεύκες καὶ τὶ πήγαιναν κάπου ἐκεῖ στὸ Μενίδι καὶ τὰ ἄδειαζαν καὶ γύριζαν ἄδεια. Τοὺς λέω: –Θὰ πᾶτε ἀπὸ τὸν Ἅγιο Στέφανο νὰ τὰ φορτώσετε, τρία-τέσσερα φορτηγὰ τεράστια, νταλίκες ὁλόκληρες… καὶ μᾶς τά ᾿φεραν σὲ ἕνα, ἑνάμισυ μήνα ὅλα τὰ μάρμαρα καὶ τὰ στοίβαξαν ἔξω ἀπὸ τὸν ναό, ἕτοιμα ὅλα. Καὶ ὁ χειμώνας ἐκείνη τὴ χρονιὰ ἦταν ἤρεμος καὶ γλυκύς, δώδεκα βαθμοὺς σχεδὸν ὅλο τὸ χειμώνα, καὶ ἔτσι τοποθετήθηκαν ὅλα τὰ μάρμαρα καὶ ὁ ναὸς ἦταν ἕτοιμος.

 

ΟΙ ΓΡΑΝΙΤΕΣ

 


    Μετὰ τὰ σκαλοπάτια τοῦ σολέα ἐκεῖ στὸ ἱερό, μπροστὰ ἀπὸ τὸ τέμπλο, ἤθελα νὰ τὰ κάνω μὲ γρανίτη, νὰ μὴν εἶναι μάρμαρα. Ρώτησα στὴν Ἀθήνα μοῦ εἶπαν πενηντατέσσερις χιλιάδες δραχμὲς τὸ τετραγωνικό, τὸ τριάρι ὁ γρανίτης ἔγχρωμος. Ἔκανα λογαρισμό, λέω θὰ πληρώσω πάλι πολλὰ ἑκατομμύρια, θὰ τὸ ἀφήσω. καὶ ξεκίνησα νὰ πάω στὴ Θεσσαλονίκη, ἐκεῖ πέρα εἶναι πιὸ φθηνά. Λέω, ἂν δὲν βρῶ φθηνὸ γρανίτη, θὰ βάλω μάρμαρα. Πῆρα λοιπὸν χαρτί, τὰ μέτρησα ὅλα, τὰ κόλλησα μὲ κόλλα, ἔκοψα τὰ σχέδια νὰ εἶναι ἕτοιμα, τὰ κάνω ἕνα δέμα καὶ παίρνω τὸν ὁδηγό μου καὶ φεύγω γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη νά βρῶ πιό φθηνά. Φθάνουμε στὴν Ἐλευθερούπολη, ἐκεῖνες τὶς μέρες ἔκαναν οἱ καπνοπαραγωγοὶ καταλήψεις καὶ εἶχαν κλείσει τὸ δρόμο πρὸς τὴν Ἐλευθερούπολη. Βρέ, παιδιά, τοὺς παρακαλάω εἶμαι ὁ Μητροπολίτης Διδυμοτείχου καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ πάω στὴ Θεσσαλονίκη. Μοῦ λέει ἕνας ἐκεῖ: –Δὲν μποροῦμε, Σεβασμιώτατε, διότι εἶναι κι ἄλλοι, δέστε πόσοι περιμένουν ἐδῶ κι ὅλοι αὐτοὶ εἶναι μεγάλοι καὶ ἐπίσημοι καὶ τοὺς κρατᾶμε ἐδῶ. Ἂν θέλετε νὰ μὲ ἀκούσετε, γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ φύγετε ἀπὸ ἐδῶ κρυφά, γυρίστε πίσω. Ἀπ᾿ τὴν Ἐλευθερούπολη ἀριστερὰ εἶναι ὁ δρόμος γιὰ τὴ Δράμα, ἀπὸ ἐκεῖ πάει ὁ δρόμος γιὰ τὴν Προσωτσάνη, ἀπὸ ἐκεῖ θὰ ἀνεβεῖτε ἐπάνω, εἶναι ἀνοιχτὰ καὶ μπορεῖτε νὰ πᾶτε ἄνετα στὴ Θεσσαλονίκη νὰ κάνετε τὴ δουλειά σας. –Εὐχαριστῶ, τοῦ εἶπα. Γυρίζω πίσω, παίρνω τὸ αὐτοκίνητο, περνάω ἀπὸ τὸ Δοξάτο, ἐκεῖ εἶχα κάτι συγγενεῖς, τοὺς εἶδα πέντε λεπτά. Φεύγω γιὰ τὴ Δράμα, ὥστε ἀπὸ ἐκεῖ νὰ πάω στὴ Θεσσαλονίκη. Μπαίνοντας στὴ Δράμα, σὲ μιὰ γωνία, βλέπω νὰ κατεβάζουν ἐκεῖ τεράστια αὐτοκίνητα πλάκες γρανίτη σὲ μιὰ ἀποθήκη ἔξω στὸ δρόμο. Λέω στὸν ὁδηγό μου: –Ἔμπα μέσα, ἔμπα μέσα! Μπαίνουμε μέσα στὴν ἀποθήκη, ἕνα χωράφι δηλαδή, ὅπου γιὰ γραφεῖο εἶχαν ἕνα βαγόνι τρένου. Βλέπω μιὰ γραμματέα, τῆς λέω: –Καλημέρα, παιδάκι μου. Τίνος εἶναι αὐτοὶ οἱ γρανίτες; –Κάποιου ἀπὸ τὴ Δράμα, Σπῦρος λέγεται. –Ποῦ βρίσκεται αὐτὸς;  Μποροῦμε νὰ τὸν πάρουμε τηλέφωνο, νὰ ᾿ρθεῖ ἐδῶ ποὺ τὸν θέλω; –Ναί, βέβαια. Τὸν παίρνουμε στὸ τηλέφωνο. Τοῦ λέω: –Κοίταξε, εἶμαι ὁ Μητροπολίτης Διδυμοτείχου κι ἔρχομαι ἀπὸ κεῖ πέρα. Λοιπόν, κάνω ἕνα ναὸ καὶ γιὰ νὰ τελειώσει θέλω νὰ βάλουμε μερικοὺς γρανίτες μέσα ἀλλὰ δὲν ἔχω χρήματα πολλά. Ἂν μποροῦσες νὰ μοῦ κάνεις μιὰ καλὴ τιμή, ποὺ εἶσαι καὶ Δραμινός. –Δεσπότη μου, ἔκανα ἐκεῖ φαντάρος, μοῦ λέει, δὲν εἶναι πολλὰ χρόνια ποὺ ἀπολύθηκα καὶ ἤμουν στὸ Διδυμότειχο. –Ἔ! Τότε νὰ ᾿ρθεῖς νὰ σὲ γνωρίσω, νὰ κάνουμε συμφωνία καὶ θὰ σοῦ ἀφήσω ἀρκετὰ χρήματα, τοῦ λέω, καὶ θὰ σε συστήσω καὶ σὲ ἄλλους. Ἦρθε τὸ παλληκάρι, τὰ εἴδαμε. Μοῦ λέει: –Ποιὰ θέλεις νὰ πάρεις; –Θέλω αὐτὰ τὰ βυσινί. –Συμφωνήσαμε, 22.000 δραχμὲς τὸ τετραγωνικό. Πολὺ καλὴ τιμή. Λιγότερο καὶ ἀπὸ τὰ μισά, ἐν σχέσει μὲ τὶς τιμὲς ποὺ εἶχα πάρει μέχρι τότε. –Ὅλα καλά, μοῦ λέει, ἀλλὰ θέλω σχέδια νὰ τὰ κόψω ἐδῶ, διότι δὲν ὑπάρχουν τέτοια μηχανήματα στὸ Διδυμότειχο. Ὁ γρανίτης εἶναι σκληρός, θέλει εἰδικὸ μηχάνημα, δὲν κάνουν αὐτὰ ποὺ κόβουν τὰ μάρμαρα. –Τὰ σχέδια τὰ ἔχω μέσα στὸ αὐτοκίνητο, τοῦ λέω. Τοῦ τὰ ἀφήνω, τοῦ δίνω καὶ μιὰ προκαταβολή. –Θέλω, ἂν μποροῦσες, μέχρι τὸ Πάσχα, τοῦ λέω, νὰ μοῦ τὰ στείλεις.Ἦταν Μάρτιος μήνας. Θέλω νὰ τὰ τοποθετήσουμε ἀμέσως, διότι σκοπεύω στὶς 29 Μαΐου νὰ κάνουμε ἐγκαίνια.
    Πράγματι, πρὸ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος μοῦ τά ᾿φερε τὸ παλληκάρι. Τὰ μάρμαρα τελειώνανε, πρὸς τὸ τέλος τους ἦταν ὅλα, τοποθετοῦμε καὶ τοὺς γρανίτες, καθαρίσαμε, ἔφτασαν καὶ οἱ πολυέλαιοι. Καὶ ἔτσι τὰ καταφέραμε καὶ τὰ τελειώσαμε ὅλα καὶ ἔγινε ὁ ναὸς μέσα σὲ τόσο λίγο χρονικὸ διάστημα –δεκαοχτὼ μῆνες! Δὲν τὸ πιστεύω οὔτε ἐγὼ ποὺ ἐπιστατοῦσα. Λένε μερικοί: –Μὰ εἶναι δυνατό; Εἶχα βρεῖ τότε τὸν πρωθυπουργό, τὸν κ. Μητσοτάκη, καὶ τοῦ λέω: –Δῶστε μου τριακόσια ἑκατομμύρια δραχμὲς καὶ σὲ δυὸ χρόνια ὁ ναὸς θὰ εἶναι ἕτοιμος, καὶ θὰ ᾿ρθεῖτε στὰ ἐγκαίνια. –Ἀποκλείεται, Σεβασμιώτατε, μοῦ λέει. Αὐτὰ δὲν γίνονται. Αὐτὸς ὁ ναὸς θὰ πάει δεκαπέντε-εἴκοσι χρόνια, τὸ λιγότερο. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ εἶσαι δραστήριος. Ἂν ἦταν κάποιος ἄλλος, ἴσως καὶ τριάντα χρόνια θὰ χρειαζόταν. Ἡ πεῖρα μοῦ ἔχει διδάξει πολλά. Τοῦ λέω: –Κοιτάξτε, ἡ δική μου πεῖρα εἶναι ἄλλη. Ἐγὼ ξέρετε τί θὰ σᾶς πῶ; Ἂν ἤμουν πολιτικός, θὰ ἔκανα καὶ τριάντα χρόνια νὰ τελειώσω τὸν ναό, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶμαι παππᾶς καὶ δεσπότης, θὰ δεῖτε, σᾶς λέω, ὅτι θὰ τὸν τελειώσω. Κι ὅταν μὲ εἶδε ἀργότερα: –Σεβασμιώτατε, μοῦ λέει, ντρέπομαι ποὺ σᾶς βλέπω.

 

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ

 

     Τὰ ἐγκαίνια ἔγιναν τὸ 1994. Τὸ 1992 τὸν θεμελιώσαμε, καὶ τὸ 1994, στὶς 29 Μαΐου ἐγκαινιάστηκε. Ἐνάμισυ χρόνος πέρασε ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1992, ποὺ κάναμε τὰ θυρανοίξια τοῦ ὑπογείου ναοῦ.
    Καὶ τὸ σκέπασμα τοῦ τροῦλου τὸ κάναμε ἀρχικὰ μὲ κεραμίδια. Δυστυχῶς ὅμως τὰ κεραμίδια βγῆκαν ἄχρηστα. Πάγωναν καὶ ἔσκαζαν καὶ καταστρέφονταν! Γι᾿ αὐτὸ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ σκεπαστεῖ ὁ τροῦλλος μὲ χαλκό· βρῆκα τὸν τεχνίτη Ζαφείρη ἀπὸ τὴν Ἀθήνα καὶ τὸν σκέπασε. Τριακόσιες ἑξῆντα χιλιάδες εὐρὼ στοίχισε! Πολλὰ χρήματα, διότι εἶναι πολλὰ καὶ τὰ τετραγωνικά!
    Τὸ καμπαναριὸ  ἔχει ὕψος τριαντατρία μέτρα, ὥστε νὰ φαίνεται, νὰ δεσπόζει γύρω-γύρω.
    Καὶ κάτι συγκινητικό. Ὅταν τελειώναμε καὶ ἀρχίσαμε νὰ τὸν σκεπάζουμε, ἔκανα ἕνα ἔθιμο, δικό μας ἐδῶ. Παλαιὰ συνήθιζαν, ὅταν τέλειωνε τὸ κτίσιμο, ὁ νοικοκύρης καὶ ἡ γειτονιὰ καὶ οἱ φίλοι πήγαιναν καὶ ἔκαναν διάφορα δῶρα στοὺς μαστόρους, ὅ,τι ἤθελε ὁ καθένας, καὶ φώναζαν οἱ μαστόροι, εὐχαριστοῦμε τὸν τάδε ποὺ μᾶς ἔφερε αὐτὸ τὸ δῶρο νά ᾿ναι καλά, νὰ ζήσει χίλια χρόνια! Καὶ ἔλεγαν καὶ κάτι τούρκικα χαζὰ καὶ γελούσανε. Ἐπίσης ἔλεγαν: Κι αὐτὸς ποὺ ἔφερε νὰ ζήσει κι αὐτὸς ποὺ δὲν ἔφερε νὰ ζήσει! Καὶ ἔτρεχαν καὶ οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν εἶχαν πάει νὰ φέρουν κι ἐκεῖνοι. Τότε λέω στοὺς μαστόρους: –Θὰ σᾶς φέρουμε δῶρα, θὰ φωνάζετε; –Θὰ φωνάζουμε, λένε. Πάνω στὸ καμπαναριὸ ἔβαλαν δυὸ μεγάλες σημαῖες τεράστιες, μιὰ ἑλληνικὴ πελώρια καὶ μιὰ βυζαντινὴ κι ἔτσι ὅπως κυμάτιζε μὲ τὸν ἀέρα πάρα πολὺ συγκινήθηκα. Ἐγὼ τότε πῆγα πῆρα ἀρκετὰ δῶρα γιὰ ὅλους τοὺς μαστόρους, πῆρα καὶ ἀπὸ ἕνα ὑποκάμισο σὲ ὅλους. Ἄρχισε νὰ φέρνει καὶ ἡ γειτονιά –τὰ ἤξεραν τὰ ἔθιμα. Ἦρθαν πολλὲς κυρίες κι ἔφεραν δῶρα. Ἦρθε καὶ μιὰ κυρία, σύζυγος ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, λέει: –Δὲν τὸ ἤξερα αὐτὸ τὸ ἔθιμο, τώρα μοῦ τὸ εἶπαν καὶ συγκινήθηκα. Ἐγὼ τί μπορῶ νὰ φέρω; –Ὅ,τι θέλετε, τῆς λέω, φέρτε κάποιο δῶρο γιὰ τοὺς μαστόρους.
    Ἦρθε καὶ μιὰ κυρία χήρα –κι αὐτὸ ἦταν πολὺ συγκινητικό– καὶ λέει: –Ἐγὼ δὲν ἔχω πολλὰ λεφτὰ νὰ διαθέσω, θέλω ὅμως νὰ φέρω κάτι… Πόσοι εἶναι οἱ μαστόροι; Τῆς λέω: –Εἶναι τριάντα ἄτομα.  –Θὰ κάνω πέντε πίτες, λέει, θὰ τὶς ψήσω καὶ θὰ τὶς φέρω νὰ φᾶνε ὅλοι ἕνα μεσημέρι· θὰ φέρω καὶ δυὸ κιλὰ οὖζο, νὰ συγχωρέσουν τὸν ἄνδρα μου. Λέω: –Νά ᾿σαι καλά. Καὶ τά ᾿φερε ἡ καημένη. Πέντε ταψιὰ πίτες ἔφερε ἡ κυρία Δάφνη, ἡ καημένη καὶ ἔφαγαν καὶ ἤπιαν οἱ μαστόροι, κατέβηκαν τὸ μεσημέρι, τοὺς ἔκανα κι ἐγὼ παρέα κάτω, βάλαμε μπροστὰ τὸ τραπέζι καὶ φάγαμε ὅλοι μαζί.
    Τὴν ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων ἦρθε καὶ ὁ Στανίτσας. Ὅταν τοῦ εἶπα ὅτι τελείωσε ὁ ναὸς δὲν τὸ πίστευε. Μοῦ λέει –Εὐλογημένε, θὰ μὲ κάνεις νὰ τρελαθῶ, αυτὰ οἱ αὐτοκράτορες μόνο τὰ ἔκαναν. –Ἐσύ, τοῦ λέω, πάρε τὸ συνεργεῖο σου, πάρε καὶ τὸν στρατηγὸ  ἐτοίμασε καὶ μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἐλευθερώτριας καὶ ἐλᾶτε. Καὶ πραγματικὰ τὴν ἔκανε μὲ ἐπένδυση ἔφερε καὶ μερικὰ ἄλλα δωράκια, καὶ ἦρθαν ὅλοι μαζί. Καὶ ὅταν μπῆκε μέσα,  τὴν ὥρα ποὺ ἐμεῖς κάναμε τὴν ἀκολουθία τῶν ἐγκαινίων, ἄρχισε νὰ φωνάζει: –Ἥρωά μου! Ἰουστινιανέ μου! Σὲ συγχαίρω, τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκανες! Ἄρχισαν βέβαια ἄλλοι νὰ γελοῦν κι ἄλλοι νὰ χειροκροτοῦν καὶ γινόταν μέσα στὴν ἐκκλησία χαλασμός. Τότε συγκινήθηκα καὶ φωνάζω τὸν Δήμαρχο. –Ἔλα ἐδῶ, τοῦ λέω, ἔλα κοντά μου. Ἐμεῖς οἱ δυὸ θὰ φωνάξουμε! Ὅλοι εἶναι ἄξιοι συγχαρητηρίων καὶ τοὺς εὐχαριστοῦμε… Ὅμως ἐμεῖς περάσαμε τὶς δυσκολίες…  Καὶ τότε ἀπὸ τὸ μικρόφωνο φωνάζουμε: Νενίκηκά σε, Βαγιαζήτ!  Ἦταν μέσα καὶ ὁ Μουφτὴς καὶ χειροκρότησε κι ἐκεῖνος. Μάλιστα μὲ ἀγκάλιασε, μὲ φίλησε καὶ μοῦ λέει: Συγχαρητήρια! Ὄντως εἶσαι παλληκάρι… Αὐτὸ τὸ πράγμα δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνει κανένας… Καυχιέμαι πιὸ πολὺ ἀπὸ σένα! Τὸ ἔλεγε μὲ τὴ καρδιά του, μάλιστα ἔδωσε καὶ χρήματα γιὰ τὸν ναό.
    Οἱ Μουσουλμάνοι, μάλιστα οἱ Πομάκοι, μᾶς ἀγαποῦν. Μοῦ ἔλεγε ἕνας γεροντάκος, ποὺ ἦταν στὴν ἐρανικὴ ἐπιτροπή, γιὰ νὰ χτίσουν ναὸ στὴ Σαύρα. Κι ὁ γεροντάκος αὐτὸς γύριζε στὰ χωριὰ καὶ ἔκανε ἔρανο. Καὶ ἐπειδὴ ἤξερε καὶ τὰ τουρκικά, πῆγε σὲ καὶ σὲ ἕνα χωριὸ μουσουλμανικό. Πῆγε πρῶτα στὸν Χότζα. –Καλημέρα, Χότζα ἀφέντη! Κάνουμε ἐκκλησιὰ στὸ χωριό μας, ποῦ νὰ πᾶμε, φτωχοὶ εἴμαστε… Θὰ ἀφήσεις νὰ κάνω ἔρανο κι ἐδῶ, ἐσεῖς ὅμως εἶστε Μουσουλμάνοι. –Καὶ βέβαια νὰ κάνεις ἔρανο, τοῦ λέει, καὶ μάλιστα θὰ ᾿ρθῶ κι ἐγὼ μαζί σου! Καὶ πραγματικὰ πῆγε ὁ Χότζας μαζί του καὶ ἔδωσαν ὅλοι χρήματα. Καὶ ἔδωσε κι ὁ Χότζας ἀπὸ τὰ δικά του ὅσα ἔδωσε ὅλο τὸ χωριό. Καὶ συγκέντρωσαν περισσότερα χρήματα ἀπὸ τὸ Μουσουλμανικὸ χωριό!  Ἔτσι τὴν ἔκτισαν τὴν ἐκκλησία. Καὶ ὅταν πῆγα καὶ εἶδα τὸ ναό, ἔμεινα ἔκπληκτος! Ἕνα χωριὸ μικρό, νὰ κάνει τόσο ὄμορφο ναό! Ἀλλὰ καὶ ὁ μάστορας ἦταν χρυσοχέρης. Ἦταν ἕνας, Σταμάτη τὸν ἔλεγαν, μακαρίτης τώρα, ποὺ ἔκανε τριάντα ναοὺς ἐδῶ στὴν περιοχή μας καὶ δύο στὴν Ἀλεξανδρούπολη. Μόλις πῆγα στὴ Σαύρα, λέω: Ἔ, Σταμάτη! Θεὸς συχωρέσει τὰ πεθαμένα σου. Μοῦ λένε: Ποῦ τὸ κατάλαβες ὅτι εἶναι δουλειὰ τοῦ Σταμάτη; –Ἀπ᾿ τὴν τέχνη, τοὺς λέω. Μόλις εἶδα ὁρισμένα πραγματάκια, κατάλαβα… Χωρὶς μηχανικό, χωρὶς μάστορα, μόνος του… Γέμισε τὸ Νομό μας μὲ ναούς! Ἐδῶ παρακάτω, στὸν Προβατώνα, ἔχει κτίσει τὴν ἁγία Παρασκευή, ἕναν ὡραιότατο ναό, μὲ τρούλλους καὶ καμπαναριά, θαυμαστὸ ἔργο! καὶ ἄλλους πολλοὺς ναούς.

Posted Σεπτεμβρίου 18, 2009 by staboz in Αταξινόμητα